Σάββατο 30 Νοεμβρίου 2013

ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ, ΣΧΕΔΙΟ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΚΑΙ ΣΧΕΔΙΟ ΑΝΑΚΑΜΨΗΣ ΑΠΟ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΕΣ (Α" ΜΕΡΟΣ)


Η κατάρτιση πολιτικής ασφαλείας, σχεδίου ασφαλείας και σχεδίου ανάκαμψης από καταστροφές κρίνεται απαραίτητη για την ασφαλή επεξεργασία και προστασία των προσωπικών δεδομένων.

1. ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ
Η Πολιτική Ασφαλείας (Security Policy) αποτελεί έγγραφο του υπευθύνου επεξεργασίας στο οποίο περιγράφονται οι στόχοι της ασφάλειας και οι αντίστοιχες διαδικασίες που πρέπει να ακολουθούνται ώστε να επιτευχθούν αυτοί οι στόχοι. Καθορίζει τη δέσμευση της Διοίκησης και την προσέγγιση ενός οργανισμού ή μιας επιχείρησης αναφορικά με την ασφάλεια των πληροφοριακών συστημάτων και δικτύων και την προστασία προσωπικών δεδομένων που τηρεί ο υπεύθυνος επεξεργασίας.
Στην πολιτική ασφαλείας θα πρέπει, κατ’ ελάχιστο, να περιγράφονται οι βασικές αρχές προστασίας προσωπικών δεδομένων και ασφαλείας που εφαρμόζονται. Ειδικότερα, η πολιτική ασφαλείας πρέπει να θέτει τις βασικές αρχές για α) οργανωτικά μέτρα ασφαλείας αναφορικά με τους ρόλους και τις αρμοδιότητες του προσωπικού και των εξωτερικών συνεργατών-εκτελούντων την επεξεργασία, τον καθορισμό και τις αρμοδιότητες του υπευθύνου ασφαλείας, την εκπαίδευση του προσωπικού, τη διαχείριση περιστατικών ασφαλείας, καθώς και την καταστροφή των προσωπικών δεδομένων, β) τα τεχνικά μέτρα ασφάλειας αναφορικά με τη διαχείριση των χρηστών του πληροφοριακού συστήματος, την αναγνώριση και αυθεντικοποίηση των χρηστών, την ασφάλεια των επικοινωνιών, τη λειτουργία των αρχείων καταγραφής του πληροφοριακού συστήματος, την εξαγωγή αντιγράφων ασφαλείας, γ) τα μέτρα φυσικής ασφάλειας. Επίσης, στην πολιτική ασφαλείας πρέπει να προσδιορίζονται επακριβώς οι ρόλοι κάθε εμπλεκόμενου εντός της εταιρείας ή οργανισμού, οι αρμοδιότητες, οι ευθύνες και τα καθήκοντά του ως προς τις διαδικασίες που αφορούν στην ασφάλεια. Ακόμα, η πολιτική ασφαλείας πρέπει να περιγράφει και κατάλληλη διαδικασία για την αναθεώρησή της.
Στην πολιτική ασφαλείας πρέπει, κατ’ ελάχιστο, να αναφέρονται τα εξής:

1.      Οι βασικές αρχές ασφαλείας που οφείλει να τηρεί ο υπεύθυνος επεξεργασίας, όπως η εμπιστευτικότητα, η ακεραιότητα και η διαθεσιμότητα των δεδομένων, η απόδοση ευθυνών σε περιπτώσεις λαθών και παραβάσεων, κ.λπ.

2.      Τα αγαθά (αρχεία σε οποιαδήποτε μορφή ή εξοπλισμός) τα οποία πρέπει να προστατευτούν.

3.      Ο σκοπός και το πεδίο εφαρμογής της πολιτικής ασφαλείας ως προς τη διαφύλαξη των αγαθών και των βασικών αρχών ασφαλείας.

4.      Το οργανωτικό πλαίσιο ρόλων, αρμοδιοτήτων, καθηκόντων που αφορούν την ασφάλεια (συμπεριλαμβανομένων αυτών που άπτονται της υλοποίησης, εφαρμογής και επισκόπησης της πολιτικής ασφαλείας), την ενημέρωση του προσωπικού σχετικά με τη συμμόρφωση με αυτή και τις δέουσες ενέργειες σε περίπτωση παραβίασής της.

5.      Οι επιμέρους τομείς ασφαλείας που αφορά η πολιτική και οι βασικοί κανόνες/διαδικασίες που πρέπει να ακολουθούνται σε καθέναν από τους τομείς αυτούς για την επίτευξη των στόχων που θέτει η πολιτική ασφαλείας.

6.      Η διαδικασία εσωτερικών ελέγχων, η οποία πρέπει να λαμβάνει χώρα για την επισκόπηση της ορθής εφαρμογής της πολιτικής ασφαλείας και την αποτίμηση της αποτελεσματικότητας των μέτρων ασφαλείας.

Σε περίπτωση που η επεξεργασία προσωπικών δεδομένων γίνεται από εκτελούντες, η πολιτική ασφαλείας πρέπει να αναγράφει επακριβώς το είδος αυτής, με ταυτόχρονη αναφορά στην αντίστοιχη σύμβαση/ρήτρα που υπογράφεται μεταξύ των δύο πλευρών. Η χρονική διάρκεια της επεξεργασίας πρέπει επίσης να αναφέρεται στην πολιτική ασφαλείας.

Αν τμήμα ή ολόκληρη η επεξεργασία συντελείται αποκλειστικά σε συστήματα που βρίσκονται υπό την αποκλειστική εποπτεία του εκτελούντος την επεξεργασία, τότε αυτό πρέπει να αναγράφεται στην πολιτική ασφαλείας. Το τμήμα της πολιτικής ασφαλείας που αφορά τον εκτελούντα την επεξεργασία πρέπει επίσης να είναι κοινοποιημένο σε αυτόν. Σε αυτή την περίπτωση, το συγκεκριμένο τμήμα της πολιτικής ασφαλείας πρέπει να αναφέρει ρητά την υποχρέωση που βαρύνει τον εκτελούντα την επεξεργασία για την πλήρη υιοθέτηση και εφαρμογή της.

Οι οδηγίες και διαδικασίες που περιλαμβάνονται στην πολιτική ασφαλείας υλοποιούνται με την εφαρμογή των μέτρων προστασίας ή ασφαλείας. Η πολιτική ασφαλείας, μαζί με το σύνολο των μέτρων προστασίας, αποτελούν και το σχέδιο ασφαλείας του οργανισμού.

1.1 Χαρακτηριστικά της πολιτικής ασφαλείας


Η πολιτική ασφαλείας μπορεί να είναι είτε ενιαία, ώστε να καλύπτει όλα τα πληροφοριακά συστήματα και τις διαδικασίες που άπτονται της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, είτε να αποτελείται από τμήματα όπου το κάθε ένα να αναφέρεται σε κάποιο υπο-σύστημα επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή επιμέρους τομέα ασφαλείας (όπως επιμέρους πολιτική για τη διαχείριση αντιγράφων ασφαλείας, για τη διαχείριση περιστατικών παραβίασης της ασφάλειας, κ.λπ). Στη δεύτερη περίπτωση, οι επιμέρους πολιτικές αποτελούν παραρτήματα της γενικότερης πολιτικής ασφαλείας και μνημονεύονται σε αυτή.

Επίσης, πρέπει να είναι απόλυτα σαφής ώστε να μην παρουσιάζονται δυσκολίες στην κατανόηση και εφαρμογή της. Προς τούτο, πρέπει να είναι απαλλαγμένη από εξειδικευμένους τεχνικούς όρους και αναφορές, οι οποίοι ενδεχομένως να καθιστούν δύσκολη την εφαρμογή της και να την εξαρτούν από συγκεκριμένες τεχνολογικές επιλογές.  Η πολιτική ασφαλείας δεν πρέπει να τροποποιείται συχνά. Πέραν των τακτικών αναθεωρήσεών της, δύναται να τροποποιείται στις περιπτώσεις που συμβαίνουν σημαντικές αλλαγές σε κάποιο τουλάχιστον από τα εξής: α) στην οργανωτική δομή του υπευθύνου επεξεργασίας, β) στα πληροφοριακά συστήματα, γ) στις απαιτήσεις ασφαλείας, δ) στις τεχνολογικές εξελίξεις, ε) στο είδος ή/και στην επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων. Η πολιτική ασφαλείας μπορεί επίσης να μεταβάλλεται κατόπιν διενέργειας εσωτερικού ή εξωτερικού ελέγχου, ο οποίος καταδεικνύει μη επαρκή ή/και μη αποτελεσματικά μέτρα ως προς την ασφάλεια, ή κατόπιν περιστατικού παραβίασης της ασφάλειας. Τέλος, σημειώνεται ότι μια πολιτική ασφαλείας οφείλει να είναι γενικεύσιμη, υπό την έννοια ότι η εφαρμογή της σε μελλοντικά συστήματα που ενδεχομένως ενταχθούν στο πληροφοριακό σύστημα του οργανισμού να είναι δυνατή χωρίς να απαιτούνται μεγάλες τροποποιήσεις σε μικρά χρονικά διαστήματα.

Τα αναγραφόμενα στην πολιτική ασφαλείας πρέπει να είναι δεσμευτικά για όλο το προσωπικό που χειρίζεται καθ’ οιονδήποτε τρόπο προσωπικά δεδομένα, ενώ επίσης πρέπει να είναι και σε συμφωνία με τη σχετική κείμενη νομοθεσία.



2. ΣΧΕΔΙΟ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ

Το Σχέδιο Ασφαλείας (Security Plan) είναι το έγγραφο στο οποίο περιγράφονται τα οργανωτικά και τεχνικά μέτρα, καθώς και τα μέτρα φυσικής ασφαλείας που εφαρμόζονται ή/και πρόκειται να εφαρμοστούν για την κάλυψη των βασικών αρχών και κανόνων ασφαλείας που αναφέρονται στην πολιτική ασφαλείας, καθώς και οι απαραίτητες ενέργειες για την υλοποίησή τους. Αφορά τόσο αυτοματοποιημένα, όσο και μη αυτοματοποιημένα συστήματα διαχείρισης και επεξεργασίας δεδομένων και πρέπει να εφαρμόζεται με ακρίβεια για την προστασία των προσωπικών δεδομένων, ευαίσθητων και μη, που τηρούνται από τον υπεύθυνο επεξεργασίας. Το Σχέδιο αυτό υπόκειται σε τακτικές επισκοπήσεις και αναθεωρήσεις, δεδομένης της ραγδαίας ανάπτυξης τεχνολογικών λύσεων και της εφαρμογής τους στα πληροφοριακά συστήματα και τεχνολογικές υποδομές.

Το Σχέδιο Ασφαλείας αποτελείται από την περιγραφή του συστήματος επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων του υπευθύνου επεξεργασίας, τα οργανωτικά, τεχνικά μέτρα ασφαλείας, καθώς και τα μέτρα φυσικής ασφάλειας που εφαρμόζονται, το πλάνο υλοποίησης μέτρων ασφαλείας και την περιγραφή των διαδικασιών συνεχούς επισκόπησης και αναθεώρησης του σχεδίου ασφαλείας.

2.1 Περιγραφή του συστήματος επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων

Περιγράφεται η τεχνολογική υποδομή και τα πληροφοριακά συστήματα που υποστηρίζουν την επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων.


2.2 Μέτρα Ασφαλείας

Περιγράφονται τα μέτρα ασφαλείας που εφαρμόζονται από τον οργανισμό ή την επιχείρηση. Τα μέτρα ασφαλείας μπορούν να εντάσσονται στις παρακάτω τρεις κύριες κατηγορίες:

Α. Οργανωτικά μέτρα ασφαλείας
1.      Υπεύθυνος Ασφαλείας
2.      Οργάνωση / Διαχείριση προσωπικού
3.      Διαχείριση πληροφοριακών αγαθών
4.      Εκτελούντες την επεξεργασία
5.      Καταστροφή δεδομένων και αποθηκευτικών μέσων
6.      Διαχείριση περιστατικών παραβίασης προσωπικών δεδομένων
7.      Εκπαίδευση προσωπικού
8.      Έλεγχος

Β. Τεχνικά μέτρα ασφαλείας
1.      Έλεγχος πρόσβασης
2.      Αντίγραφα ασφαλείας
3.      Διαμόρφωση υπολογιστών
4.      Αρχεία καταγραφής ενεργειών χρηστών και συμβάντων ασφαλείας
5.      Ασφάλεια επικοινωνιών
6.      Αποσπώμενα μέσα αποθήκευσης
7.      Ασφάλεια λογισμικού
8.      Διαχείριση αλλαγών

Γ. Μέτρα φυσικής ασφαλείας
1.      Έλεγχος φυσικής πρόσβασης
2.      Περιβαλλοντική ασφάλεια
3.      Έκθεση εγγράφων
4.      Προστασία φορητών μέσων αποθήκευσης
5.      Μεταφορά φακέλων
6.      Εναλλακτικές εγκαταστάσεις

Αναλυτικότερα τα μέτρα ασφαλείας κατά κατηγορία:


Α. Οργανωτικά μέτρα ασφαλείας

1.      Υπεύθυνος ασφαλείας

Α) Ορισμός Υπεύθυνου Ασφαλείας
Πρέπει να οριστεί διακριτή θέση υπεύθυνου ασφαλείας (ή, ενδεχομένως, αντίστοιχης ομάδας ατόμων) εντός του οργανισμού ή της επιχείρησης με σαφώς ορισμένες αρμοδιότητες. Πρέπει ο υπεύθυνος ασφαλείας να έχει, τουλάχιστον, την επίβλεψη και τον έλεγχο της εφαρμογής της πολιτικής ασφαλείας και των μέτρων ασφαλείας.

2.      Οργάνωση/Διαχείριση προσωπικού

Α) Ρόλοι/εξουσιοδοτήσεις
Πρέπει να δημιουργηθούν οργανωτικοί ρόλοι για συγκεκριμένες εργασίες εντός του οργανισμού/εταιρείας και να γίνει σύνδεση του προσωπικού με τους αντίστοιχους  ρόλους. Πρέπει να υπάρχει σαφής διαχωρισμός και ανάθεση καθηκόντων/αρμοδιοτήτων σε κάθε υπάλληλο, με βάση το ρόλο του. Οι ρόλοι πρέπει να ανατίθενται επισήμως (εγγράφως). Οι υπάλληλοι πρέπει να έχουν δικαίωμα πρόσβασης μόνο στα απολύτως απαραίτητα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, βάσει των αρμοδιοτήτων και καθηκόντων που τους έχουν ανατεθεί και υπαγορεύονται από το ρόλο τους (με άλλα λόγια, σε κάθε μέλος του οργανισμού ανατίθενται συγκεκριμένα δικαιώματα πρόσβασης σύμφωνα με τους ρόλους τους οποίους λαμβάνει).

Β) Αναθεώρηση ρόλων
Πρέπει να υπάρχει διαδικασία για την περιοδική επανεξέταση και αναθεώρηση των εξουσιοδοτήσεων και δικαιωμάτων πρόσβασης για όλα τα στάδια της εργασιακής πορείας των υπαλλήλων (πρόσληψη, μετακίνηση, αλλαγή καθηκόντων, αποχώρηση, κ.λπ).

Γ) Δέσμευση εμπιστευτικότητας
Ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει να επιλέγει πρόσωπα με αντίστοιχα επαγγελματικά προσόντα που παρέχουν επαρκείς εγγυήσεις από πλευράς τεχνικών γνώσεων και προσωπικής ακεραιότητας για την τήρηση του απορρήτου. Για το σκοπό αυτό, είναι απαραίτητη η λήψη ειδικών μέτρων για τη δέσμευση του προσωπικού που επεξεργάζεται προσωπικά δεδομένα ως προς την εμπιστευτικότητα, ιδίως όταν το εν λόγω προσωπικό δεν δεσμεύεται ήδη από απόρρητο. Η σύνταξη κωδίκων δεοντολογίας μπορεί επίσης να βοηθήσει προς την κατεύθυνση αυτή.

Δ) Αποχώρηση υπαλλήλου
Πρέπει να υπάρχει σαφής διαδικασία προσανατολισμένη στην ασφάλεια, η οποία να τηρείται κατά την αποχώρηση μέλους του προσωπικού. Μέτρα προστασίας σε αυτή την κατεύθυνση μπορούν να είναι τα ακόλουθα:
α) Κατάργηση όλων των λογαριασμών πρόσβασης, των εξουσιοδοτήσεων και των κωδικών-συνθηματικών  πρόσβασης.
β) Κατάργηση των λογαριασμών ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και μη ανάθεσή τους σε άλλον ή άλλους υπαλλήλους (μη επαναχρησιμοποίηση τους).
γ) Επιστροφή οποιουδήποτε εξοπλισμού έχει παρασχεθεί στον υπάλληλο και ανήκει στον υπεύθυνο επεξεργασίας, (συμπεριλαμβανομένων υπολογιστών, κλειδιών, ηλεκτρονικών καρτών εισόδου/εξόδου, κ.λπ).


3.      Διαχείριση πληροφοριακών αγαθών

Α) Καταγραφή
Πρέπει να υπάρχουν σαφείς διαδικασίες διαχείρισης υλικού και λογισμικού που περιλαμβάνουν την τήρηση επικαιροποιημένου καταλόγου των πληροφοριακών και επικοινωνιακών υποδομών και συστημάτων, του λογισμικού καθώς και των κατηγοριών αρχείων και δεδομένων που χρησιμοποιούνται ή τηρούνται από τον υπεύθυνο επεξεργασίας, όπως επίσης και τον καθορισμό ενός ή περισσοτέρων ατόμων ή ρόλων που είναι κάτοχοι ή/και υπεύθυνοι των αντίστοιχων αγαθών.

Β) Διαχείριση φυσικού αρχείου
Πρέπει να υπάρχουν συγκεκριμένες διαδικασίες για την ορθή οργάνωση/αρχειοθέτηση/ταξινόμηση του φυσικού αρχείου (δηλ. του αρχείου με τους φυσικούς φακέλους).

Γ)  Διαβάθμιση πληροφοριών
Τα δεδομένα πρέπει να διαβαθμίζονται βάσει του είδους και της κρισιμότητάς τους, καθώς επίσης και να υπάρχουν συγκεκριμένες διαδικασίες διαχείρισής τους με βάση τη διαβάθμιση αυτή.

Δ) Διακίνηση πληροφοριακών αγαθών
Σε περίπτωση που εξοπλισμός (π.χ. υπολογιστής ή USB) με προσωπικά δεδομένα μεταφέρεται εκτός των εγκαταστάσεων του υπευθύνου επεξεργασίας, η ενέργεια αυτή πρέπει να καταγράφεται (ημερομηνία και ώρα εξόδου, πρόσωπο που χρησιμοποιεί τον εξοπλισμό, επιστροφή του εξοπλισμού) και να τελεί υπό την έγκριση είτε του υπευθύνου επεξεργασίας είτε του υπευθύνου ασφαλείας.

4.      Εκτελούντες την επεξεργασία

Α) Καταγραφή
Ο υπεύθυνος επεξεργασίας πρέπει να τηρεί κατάλογο όλων των εκτελούντων την επεξεργασία που χειρίζονται προσωπικά δεδομένα για λογαριασμό του εντός ή εκτός των εγκαταστάσεων του.

Β) Έγγραφη ανάθεση
Στην περίπτωση που ο υπεύθυνος επεξεργασίας αναθέτει την επεξεργασία δεδομένων σε εκτελούντα, κατά την έννοια του στοιχ. η) του άρθρου 2 ν.2472/1997, η σχετική ανάθεση γίνεται υποχρεωτικά εγγράφως και προβλέπει ότι ο εκτελών την επεξεργασία την διεξάγει μόνο κατ’ εντολή του υπευθύνου και ότι οι λοιπές υποχρεώσεις του άρθρου 10 ως προς την ασφάλεια βαρύνουν αναλόγως και αυτόν (τον εκτελούντα).
Οι έγγραφες αναθέσεις-συμβάσεις πρέπει να περιέχουν κατ’ ελάχιστο περιγραφή των προσωπικών δεδομένων,  το σκοπό, τον τόπο και τον τρόπο/διαδικασία της επεξεργασίας, καθώς και τα επίπεδα των υπηρεσιών που πρέπει να επιτυγχάνει ο εκτελών την επεξεργασία (σε επίπεδο ασφαλείας και ποιότητας δεδομένων).

Γ) Μέτρα ασφαλείας που αφορούν τους εκτελούντες
Ο εκτελών την επεξεργασία οφείλει να λαμβάνει τα κατάλληλα οργανωτικά και τεχνικά μέτρα για την ασφαλή τήρηση και επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων του υπεύθυνου επεξεργασίας. Ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει να διασφαλίσει ότι ο εκτελών την επεξεργασία τηρεί τους όρους της πολιτικής ασφαλείας του (του υπευθύνου) στο μέτρο που αυτή τον αφορά (τον εκτελούντα) αναφορικά με κανόνες πρόσβασης στα συστήματα, διαχείριση περιστατικών ασφαλείας, μέτρα φυσικής ασφαλείας, κ.λπ.
Δικαιώματα πρόσβασης σε μέλη του προσωπικού του εκτελούντος στα συστήματα του υπευθύνου επεξεργασίας εκχωρούνται μόνο όταν αυτό είναι απαραίτητο για την υλοποίηση των συμβατικών τους υποχρεώσεων. Πρέπει να ανατίθενται οι ελάχιστες απαιτούμενες εξουσιοδοτήσεις, οι οποίες με τη σειρά τους θα πρέπει να καταργούνται με τη λήξη της συμβατικής υποχρέωσης.

Δ) Τόπος επεξεργασίας
Για τη συντήρηση/αναβάθμιση του εξοπλισμού που φέρει προσωπικά δεδομένα θα πρέπει πάντοτε να εξετάζεται το ενδεχόμενο, εφόσον είναι εφικτό και πρόσφορο, αυτή να πραγματοποιείται στο χώρο του υπευθύνου επεξεργασίας.
Όταν η επεξεργασία γίνεται εκτός των εγκαταστάσεων του υπευθύνου επεξεργασίας, ο υπεύθυνος θα πρέπει να εξασφαλίζει ότι ο εκτελών παρέχει επίπεδο ασφαλείας τουλάχιστον ανάλογο με αυτό που ορίζεται στην πολιτική ασφαλείας του υπευθύνου.

Ε) Δέσμευση εμπιστευτικότητας προσωπικού του εκτελούντος
Οι υπάλληλοι του εκτελούντος που επεξεργάζονται, κατά το χρονικό διάστημα της σύμβασης, προσωπικά δεδομένα για λογαριασμό του υπευθύνου επεξεργασίας πρέπει να δεσμεύονται εγγράφως με κατάλληλη δήλωση εμπιστευτικότητας.

5.      Καταστροφή δεδομένων και αποθηκευτικών μέσων

Α) Διαδικασίες καταστροφής δεδομένων
Πριν από την καταστροφή εντύπων ή ηλεκτρονικών αρχείων που περιέχουν προσωπικά δεδομένα θα πρέπει να λαμβάνονται τα κατάλληλα μέτρα ώστε να διασφαλίζεται η πλήρης και μόνιμη διαγραφή των δεδομένων αυτών. Ειδικότερα, θα πρέπει να ακολουθούνται κατ’ ελάχιστον όσα προβλέπονται στην Οδηγία 1/2005 της Αρχής για την ασφαλή καταστροφή των προσωπικών δεδομένων μετά το πέρας της περιόδου που απαιτείται για την πραγματοποίηση του σκοπού της επεξεργασίας.
Ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει να διαθέτει συγκεκριμένη γραπτή διαδικασία για την καταστροφή των δεδομένων, τόσο όταν πρόκειται για προγραμματισμένη μαζική καταστροφή δεδομένων, όσο και όταν πρόκειται για καταστροφή δεδομένων σε καθημερινή βάση (π.χ. με χρήση καταστροφέων εγγράφων) και να ενημερώνει σχετικά τους υπαλλήλους του.

6.      Διαχείριση περιστατικών παραβίασης προσωπικών δεδομένων

Α) Καθορισμός διαδικασιών
Ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει να διαθέτει διαδικασίες για την αναγνώριση, αναφορά και άμεση αντιμετώπιση των περιστατικών παραβίασης της ασφάλειας των προσωπικών δεδομένων στο πλαίσιο του χρησιμοποιούμενου συστήματος επεξεργασίας, όπως τυχαία ή αθέμιτη καταστροφή, τυχαία απώλεια, αλλοίωση, απαγορευμένη διάδοση ή πρόσβαση και κάθε άλλη μορφή αθέμιτης επεξεργασίας.
Στις διαδικασίες αυτές πρέπει να περιλαμβάνονται κατ’ αρχάς οι ενέργειες που είναι αναγκαίες για τη διερεύνηση του εκάστοτε περιστατικού – τρόπος αναφοράς περιστατικού, προσωπικό που θα ενεργοποιηθεί, αρχεία-συστήματα που θα πρέπει να διερευνηθούν, τι θα περιλαμβάνει το αρχείο διαχείρισης περιστατικού, κ.λπ. Θα πρέπει να υπάρχει καταγραφή του κάθε συμβάντος σε σχετικό αρχείο, που θα περιλαμβάνει τη χρονική στιγμή που έλαβε χώρα, το πρόσωπο που το ανέφερε και σε ποιον το ανέφερε, εκτίμηση των συνεπειών και της κρισιμότητας του περιστατικού, διαδικασίες ανάκαμψης/διόρθωσης που ακολουθήθηκαν, καθώς και ενδεχόμενη διαδικασία ενημέρωσης των θιγομένων ατόμων (υποκειμένα των δεδομένα) ανάλογα με την έκταση του περιστατικού, κ.ο.κ.

7.      Εκπαίδευση προσωπικού

Α) Βασική εκπαίδευση
Η εκπαίδευση του προσωπικού σε θέματα προστασίας προσωπικών δεδομένων, καθώς και σε ειδικές σχετικές με ασφάλεια λειτουργίες του πληροφοριακού συστήματος (π.χ. χρήση μη προβλέψιμων κωδικών πρόσβασης και συνθηματικών, τρόπο εντοπισμού και αναφοράς των περιστατικών παραβίασης της ασφαλείας, σωστή χρήση των e-mail και των αποσπώμενων μέσων αποθήκευσης) είναι ιδιαιτέρως σημαντική για την ορθή εφαρμογή των οργανωτικών και τεχνικών μέτρων ασφαλείας. Η εκπαίδευση κατά την πρόσληψη πρέπει να περιλαμβάνει κατ’ ελάχιστο την κοινοποίηση στους εργαζόμενους της πολιτικής ασφαλείας, για την οποία πρέπει κατά το δυνατόν να διαπιστωθεί ότι είναι πλήρως κατανοητή από όλους, καθώς επίσης και των διαδικασιών διαχείρισης περιστατικών παραβίασης δεδομένων και ανάκαμψης από καταστροφές, εφόσον άπτονται των αρμοδιοτήτων τους. Σκόπιμο θα ήταν να υπάρχει εταιρικός δικτυακός τόπος (web portal) στον οποίον θα είναι αναρτημένη η περιγραφή των βασικών διαδικασιών ασφαλείας που πρέπει να γνωρίζουν τα μέλη του προσωπικού. Θα πρέπει επίσης η εκπαίδευση να συνεχίζεται και μετά την πρόσληψη, είτε σε σημαντικές αλλαγές των διαδικασιών ασφαλείας είτε κατά την εμφάνιση σημαντικών θεμάτων ασφαλείας. Επίσης, ως προς το σκοπό της εκπαίδευσης κρίνεται σκόπιμη η κατάρτιση ειδικότερων ενημερωτικών εντύπων.

Γ) Εξειδικευμένη εκπαίδευση
Πρέπει να παρέχεται στο προσωπικό που έχει αναλάβει τη διαχείριση της ασφάλειας διαρκής εξειδικευμένη εκπαίδευση σχετικά με τις τεχνολογικές εξελίξεις στο χώρο της ασφάλειας πληροφοριών.

8.      Έλεγχος

Α) Διαδικασία ελέγχων
Πρέπει να υπάρχουν διαδικασίες για την εκπόνηση προγραμματισμένων έλεγχων (είτε εσωτερικών είτε εξωτερικών, σε ετήσια βάση), όπου να αποτυπώνεται και να ελέγχεται η τήρηση των μέτρων ασφαλείας και η αποτελεσματικότητά τους. Αποτέλεσμα των ελέγχων μπορεί να είναι η τροποποίηση κάποιων μέτρων ασφαλείας ή η προσθήκη νέων. Τα πορίσματα των ελέγχων συνοδευόμενα από τις αναγκαίες τροποποιήσεις των μέτρων ασφαλείας πρέπει να υποβάλλονται στον υπεύθυνο ασφαλείας, ενώ επίσης να ενημερώνεται και ο υπεύθυνος επεξεργασίας. Ο υπεύθυνος ασφαλείας θα πρέπει να αξιοποιεί το εν λόγω πόρισμα προβαίνοντας στις αναγκαίες τροποποιήσεις των μέτρων ασφαλείας καθώς και της πολιτικής ασφαλείας.

Β. Τεχνικά μέτρα ασφαλείας

1.      Έλεγχος πρόσβασης

Α) Διαχείριση λογαριασμών χρηστών
Ο υπεύθυνος επεξεργασίας πρέπει να υιοθετήσει συγκεκριμένες διαδικασίες για τη διαχείριση των λογαριασμών των χρηστών, οι οποίες πρέπει να περιλαμβάνουν κατ’ ελάχιστο διαδικασίες για την προσθήκη, μεταβολή ιδιοτήτων και διαγραφή λογαριασμού. Πρέπει να αποδίδεται διαφορετικός λογαριασμός πρόσβασης σε κάθε χρήστη.

Β) Μηχανισμοί ελέγχου πρόσβασης
Πρέπει να αναπτυχθούν μηχανισμοί που να μην επιτρέπουν προσβάσεις σε πόρους/εφαρμογές/αρχεία από μη εξουσιοδοτημένους χρήστες: ουσιαστικά,  πρέπει να υπάρχουν κατάλληλα μέτρα που να εξασφαλίζουν την εγγυημένα ορθή ταυτοποίηση και αυθεντικοποίηση των χρηστών, ενώ ταυτοχρόνως πρέπει να γίνεται σε τεχνικό επίπεδο συγκεκριμένη εκχώρηση δικαιωμάτων/εξουσιοδοτήσεων σε κάθε χρήστη.

Γ) Διαχείριση συνθηματικών
Ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει να υιοθετήσει συγκεκριμένη πολιτική διαχείρισης των συνθηματικών των χρηστών, η οποία να περιλαμβάνει τουλάχιστον κανόνες αποδοχής για το ελάχιστο μήκος (προτεινόμενο ελάχιστο μήκος αποτελούν οι 8 χαρακτήρες) και επιτρεπτούς χαρακτήρες των συνθηματικών (πολυπλοκότητα συνθηματικού), την ιστορικότητα του συνθηματικού και τη συχνότητα αλλαγής του.
Τα συνθηματικά δεν πρέπει να είναι κάπου καταγεγραμμένα στην πραγματική τους μορφή (ούτε σε φυσικό ούτε σε ηλεκτρονικό αρχείο). Εάν τα συνθηματικά διατηρούνται ηλεκτρονικά στο πλαίσιο της διαδικασίας ταυτοποίησης-αυθεντικοποίησης των χρηστών, τότε πρέπει να είναι σε μη αναγνώσιμη μορφή από την οποία δεν πρέπει να είναι εφικτή η ανάκτηση της αρχικής τους μορφής. Επίσης, οι χρήστες πρέπει να υποχρεώνονται να αλλάζουν οι ίδιοι το (προκαθορισμένο) συνθηματικό που τους ανατίθεται εξαρχής, καθώς επίσης και να υποχρεώνονται να αλλάζουν το συνθηματικό τους ανά τακτά χρονικά διαστήματα (οπωσδήποτε εντός διαστήματος μικρότερου του ενός έτους).

Δ) Μη επιτυχημένες προσπάθειες πρόσβασης
Πρέπει να υπάρχουν κατάλληλοι μηχανισμοί ώστε να απαγορεύεται η πρόσβαση σε έναν εξουσιοδοτημένο χρήστη, μετά από ένα πλήθος επαναλαμβανομένων αποτυχημένων αιτήσεων πρόσβασης (για παράδειγμα, υποβολή λανθασμένων συνθηματικών). Για έναν τέτοιο χρήστη, πρέπει να επανεξετάζεται η εξουσιοδότησή του για να έχει δικαίωμα πρόσβασης.

Ε) Αδρανοποιημένος υπολογιστής
Μέτρα πρέπει να ληφθούν προς αποφυγή περιπτώσεων όπου θα δύναται κάποιος να έχει εύκολα πρόσβαση οποιουδήποτε τύπου σε προσωπικά δεδομένα, λόγω ενός ανοιχτού υπολογιστή, ο οποίος μένει χωρίς επίβλεψη (έστω και για λίγα λεπτά). Προς αυτή την κατεύθυνση μπορούν ενδεικτικά να αναπτυχθούν διαδικασίες αυτόματης αποσύνδεσης (μετά από ένα εύλογο χρονικό διάστημα αδράνειας) ή/και ενεργοποίηση της προφύλαξης οθόνης (screen saver) του υπολογιστή – για την απενεργοποίηση της οποίας θα απαιτείται χρήση συνθηματικού. 

2.      Αντίγραφα ασφαλείας

Α)  Τήρηση αντιγράφων ασφαλείας
Ο υπεύθυνος επεξεργασίας πρέπει να αναπτύξει συγκεκριμένη πολιτική για τη λήψη και διαχείριση των αντιγράφων ασφαλείας. Η πολιτική πρέπει να περιλαμβάνει τουλάχιστον τους κανόνες/διαδικασίες που αφορούν τα εξής: την επιλογή των κρίσιμων πόρων (εφαρμογές, λειτουργικά συστήματα, αρχεία, δεδομένα αρχείων χρηστών, κ.λπ.) που χρήζουν δημιουργίας αντιγράφων ασφαλείας, τη συχνότητα της δημιουργίας/λήψης των αντιγράφων ασφαλείας (ανά τακτά διαστήματα, σε ημερήσια ή εβδομαδιαία βάση, ανάλογα με το μέγεθος και το είδος των δεδομένων, καθώς και με το πότε αυτά μεταβάλλονται), την κατάλληλη επισήμανση[1] αυτών, την ασφαλή αποθήκευσή τους και την ορθή ανάκτηση των δεδομένων από τα αντίγραφα ασφαλείας (συμπεριλαμβανομένου του περιοδικού ελέγχου ακεραιότητας/αξιοπιστίας των αντιγράφων που λαμβάνονται). Τα παραπάνω πρέπει να εξασφαλίζουν ότι σε περίπτωση εκτάκτων περιστατικών ασφαλείας και απώλειας ή καταστροφής δεδομένων για άλλη αιτία (π.χ. αστοχία υλικού), η διαθεσιμότητα και ακεραιότητα αυτών παραμένει.

Β) Τόπος τήρησης
Κάποιο αντίγραφο ασφαλείας πρέπει να διατηρείται σε διαφορετικό χώρο/φυσική τοποθεσία από τα πρωτογενή δεδομένα, ο οποίος να διαθέτει μέτρα ασφαλείας ανάλογα με τα μέτρα που υιοθετούνται για τα πρωτογενή δεδομένα. Επίσης, να λαμβάνονται μέτρα για την ασφαλή μεταφορά του.

3.      Διαμόρφωση υπολογιστών

Α) Προστασία από κακόβουλο λογισμικό
Πρέπει να υπάρχει προστασία από κακόβουλο λογισμικό όλων των υπολογιστών (τόσο των προσωπικών υπολογιστών των υπαλλήλων όσο και των διακομιστών (servers)) που τηρούν ή επεξεργάζονται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί (πέραν της σωστής χρήσης αυτών από τους υπαλλήλους) με αντιβιοτικά προγράμματα (antivirus), καθώς και με χρήση προγραμμάτων τειχών ασφαλείας (firewall). Τόσο το antivirus όσο και τo firewall πρέπει να διαθέτουν ανά πάσα στιγμή τις πλέον πρόσφατες ενημερώσεις. Επιπλέον, στο λειτουργικό σύστημα των υπολογιστών (εφόσον είναι συνδεδεμένοι στο Διαδίκτυο) πρέπει να εγκαθίστανται ανά τακτά διαστήματα ενημερώσεις ασφαλείας.

Β) Ρυθμίσεις υπολογιστών
Δεν πρέπει να επιτρέπονται ενέργειες απλών χρηστών στους υπολογιστές οι οποίες επηρεάζουν τη συνολική τους διαμόρφωση (π.χ. απενεργοποίηση αντιβιοτικών προγραμμάτων, εγκατάσταση νέων προγραμμάτων ή αλλαγή ρυθμίσεων υπαρχόντων, κ.λπ.). Πρέπει να γίνεται περιοδικός έλεγχος του εγκατεστημένου λογισμικού για τον τυχόν εντοπισμό προγραμμάτων που έχουν εγκατασταθεί εκτός των εγκεκριμένων διαδικασιών.

Γ) Υπολογιστές-διακομιστές
Σε περίπτωση που κάποιος υπολογιστής χρησιμοποιείται σαν κεντρικός διακομιστής (server) για άλλους υπολογιστές, τότε δεν θα πρέπει να μπορεί να χρησιμοποιείται ως σταθμός εργασίας από κάποιον χρήστη.

Δ) Σύνδεση αποσπώμενων μέσων
Οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές που χρησιμοποιούνται από τους τελικούς χρήστες δεν πρέπει να διαθέτουν δυνατότητα εξαγωγής δεδομένων με τη χρήση αποσπώμενων μέσων (π.χ. USB, CD/DVD) – εκτός αν υπάρχει έγκριση από τον Υπεύθυνο Ασφαλείας (ή άλλης μορφής έγκριση, μέσω διαδικασίας που προβλέπεται στην πολιτική ασφαλείας).

Ε) Υπολογιστές με πρόσβαση στο Διαδίκτυο
Δεν πρέπει να αποθηκεύονται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα σε υπολογιστές που έχουν σύνδεση με το διαδίκτυο (εκτός αν κάτι τέτοιο είναι απολύτως απαραίτητο στο πλαίσιο του ρόλου/αρμοδιοτήτων που έχουν ανατεθεί στο χρήστη του υπολογιστή). 

4.      Αρχεία καταγραφής (log files)

Α) Τήρηση και έλεγχος αρχείων καταγραφής
Στα κρίσιμα συστήματα, θα πρέπει να υπάρχουν διαδικασίες για την τήρηση και τον έλεγχο των αρχείων καταγραφής όλων των ενεργειών (log files) των χρηστών, συμπεριλαμβανομένων και των ενεργειών των διαχειριστών των συστημάτων, καθώς και των συμβάντων ασφαλείας. Πρέπει να διασφαλίζεται η προστασία και η ακεραιότητα των αρχείων αυτών.
Στα αρχεία αυτά δύναται να έχουν πρόσβαση ο υπεύθυνος ασφαλείας, οι διαχειριστές συστημάτων και όποια άλλα μέλη του προσωπικού είναι επιφορτισμένα με αρμοδιότητες διαχείρισης περιστατικών ασφαλείας κατόπιν έγγραφης εξουσιοδότησης.
Η πρόσβαση στα αρχεία καταγραφής πρέπει επίσης να καταγράφεται και να υπόκειται στους ίδιους περιορισμούς με τα υπόλοιπα αρχεία καταγραφής.

Β)  Ειδικές ενέργειες που πρέπει να καταγράφονται
Πρέπει να ληφθεί μέριμνα ώστε στα αρχεία καταγραφής ενεργειών να τηρούνται οπωσδήποτε, κατ’ ελάχιστο, τα εξής: το αναγνωριστικό του χρήστη που αιτήθηκε την προσπέλαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, η ημερομηνία και ώρα του σχετικού αιτήματος, το σύστημα μέσω του οποίου αιτήθηκε την πρόσβαση (υπολογιστής, πρόγραμμα λογισμικού, κ.λπ.), καθώς και αν τελικά προσπέλασε τα αρχεία που αιτήθηκε. Επίσης, πρέπει να καταγράφονται και τα αιτήματα εκτύπωσης αρχείων με προσωπικά δεδομένα, καθώς και οι αλλαγές σε κρίσιμα αρχεία του συστήματος ή στα δικαιώματα των χρηστών. Επίσης, πρέπει να τηρούνται στοιχεία που αφορούν τις προσπάθειες μη εξουσιοδοτημένης πρόσβασης και τις αλλαγές στην παραμετροποίηση εφαρμογών και συστημάτων, τον προκαθορισμό κρίσιμων γεγονότων (events), η καταγραφή των οποίων θα επιβλέπεται άμεσα από τον υπεύθυνο ασφαλείας και τους διαχειριστές των συστημάτων και γενικότερα κάθε ενέργεια η οποία μπορεί να υποδηλώνει διενέργεια επίθεσης, όπως προσπάθειες καταγραφής των προσφερόμενων υπηρεσιών του συστήματος (port scanning).

Γ) Διαγραφή αρχείων καταγραφής
Δεν θα πρέπει να υφίσταται δυνατότητα διαγραφής των αρχείων καταγραφής του συστήματος από ένα μόνο άτομο. Τέτοια διαγραφή θα πρέπει να γίνεται με την παρουσία 2 τουλάχιστον ατόμων, τα οποία θα έχουν διαφορετικούς ρόλους (π.χ. υπεύθυνος ασφαλείας + διοικητικός διευθυντής).



[1] Μπορούν να επισημαίνονται η ημερομηνία λήψης των δεδομένων, το εύρος των λαμβανόμενων δεδομένων, το είδος του αντιγράφου (incremental, full), η περιοδικότητα λήψης του κάθε αντιγράφου (ημερήσιο, εβδομαδιαίο, μηνιαίο, ετήσιο) καθώς και ο αριθμός των συνολικών αντιγράφων, κ.λπ.

Η προσωπική ασφάλεια ως συνταγματική αρχή και ως συνταγματικό δικαίωμα

προσωπική ασφάλεια ως συνταγματική
αρχή και ως συνταγματικό δικαίωμα
Συνταγματική αρχή
Ρητή κατοχύρωση
Όπως έχει ήδη αναφερθεί το Σύνταγμα δεν αναφέρεται άμεσα και ρητά στην αρχή της
προσωπικής ασφάλειας. Η νομική τελολογική ερμηνεία βεβαία, των άλλων διατάξεων που
την υπονοούν, σε συνδυασμό με τη λογικοσυστηματική ερμηνεία του κειμένου δεν
αφήνουν περιθώρια αμφιβολία σχετικά με τη απαίτηση της έννομης τάξης σχετικά με την
προσωπική ασφάλεια. Η μη ύπαρξη ρητής διατύπωσης δεν πρέπει να θεωρείται σε καμία
περίπτωση ότι υποβαθμίζει την αρχή της προσωπικής ασφάλειας σε σύγκριση με τις άλλες
ρητά διατυπωμένες στο Σύνταγμα αρχές.24
Η ερμηνεία των διατάξεων του Συντάγματος μέσα από ένα πλαίσιο που έχει ως γνώμονα το
συμφέρον του ατόμου και την γενική ευημερία της κοινωνίας δεν αφήνει περιθώρια
αμφισβήτησης για τη έστω και ερμηνευτική συνταγματική αναγνώριση της ασφάλειας. Με
τις διατάξεις που έχουν ήδη αναφερθεί στον οικείο τόπο και κυρίως με το άρθρο 2 παρ.1
και 25 παρ 1 προβάλλεται η αρχή της προσωπικής ασφάλειας σε ένα πρίσμα συνταγματικής
αναγνώρισης και έμμεσης κατοχύρωσης. Συνεπώς, η αρχή της προσωπικής ασφάλειας δεν
έχει αποκτήσει αυτόνομη διατύπωση αλλά αποτελεί μη ρητά διατυπωμένη γενική
συνταγματική αρχή.25
Ένα ζήτημα που έχει περιπλέξει τη νομική σκέψη σε πολλούς προβληματισμούς αποτελεί η
ανάγκη ρητής συνταγματικής αποτύπωσης της αρχής της προσωπικής ασφάλειας στο
ελληνικό Σύνταγμα. Το θέμα έχει μελετηθεί στο πλαίσιο κάποιων κεντρικών αναλυτικών
κατευθύνσεων που αγκαλιάζουν πλήθος συσχετικών προσεγγίσεων. Στη θεωρία υπάρχει
μια άποψη που αρνείται ορθή τη ρητή κατοχύρωση της προσωπικής ασφάλειας. Έρεισμα
για αυτή την άποψη ανευρίσκουν κάποιοι νομικοί στην ύπαρξη κίνδυνου για την ιδία την
προσωπική ασφάλεια μέσω της συνταγματικής ρητής αναγνώρισης της.
Ειδικότερα, θεωρούν ότι η ενίσχυση της αρχής αυτής θα οδηγήσει ευκαιριακές κυβερνήσεις
σε ακραία διόλου φιλελεύθερα και δημοκρατικά μετρά στο όνομα της προσωπικής
ασφάλειας επιβάλλοντας κάποια μορφή αυταρχισμού και ακραίας αυστηρότητας, που θα
εξυπηρετούσε τα δικά της συμφέροντα. Ωστόσο, ήδη από ότι αναφέρθηκε προβάλλει το
άτοπο αυτής της σκέψης, ο κίνδυνος δε θα εκπληρωθεί από τη ρητή κατοχύρωση της
προσωπικής ασφάλειας αλλά από την κατάχρηση της αρχής αυτής. Κάθε δικαίωμα όταν
υφίσταται κατάχρηση μπορεί να αποβεί μοιραίο για την έννομη τάξη και την αρμονία του
24 Δημητρόπουλος Α.Γ, Συνταγματικά δικαιώματα, οπ. παρ. σελ. 429 - 430
25 Ανθόπουλος Χ., Κοντιάδης Ξ.Ι., Παπαθεοδώρου Θ., Ασφάλεια και δικαιώματα στην κοινωνία της
διακινδύνευσης, εκδοσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή, 2005, σελ. 110 επ.
16
συνόλου φτάνοντας σε ακραία αποτελέσματα. Αυτό δεν μπορεί όμως να δικαιολογήσει την
άρνηση ενός δικαιώματος, ή εν προκειμένω την αποφυγή στερεοποίησης του στο χώρο του
δικαίου από φόβο για την κατάχρηση του.26
Στον αντίποδα, στο πλαίσιο της κρίσης μέσα στην όποια περιδινείται η σύγχρονη
συνταγματική τάξη με παράγοντες που βάλλουν συνεχώς τη δημοκρατία και την
ακεραιότητα ενός φιλελεύθερου συστήματος, προβάλλει ως αναγκαία η χρησιμότητα
αναγνώρισης ενός αυτονόμου δικαιώματος ασφάλειας. Η προσωπική ασφάλεια για να
εξέλθει αλώβητη από την κρίση αυτή των αξιών και την προσπάθεια υποβάθμισης των
ανθρωπίνων δικαιωμάτων, πρέπει να προστατευτεί τόσο από την κρατική όσο και από την
ιδιωτική εξουσία και τα ίδια συμφέροντα.
Η διαπίστωση αυτή δεν εκφράζει απαισιοδοξία ούτε προμηνύει την καταστροφή σε
αντίθετη περίπτωση αφού, ούτος ή άλλως η αρχή της προσωπικής ασφάλειας
αναγνωρίζεται και υφίσταται με ισχυρά ερείσματα τις συνταγματικές διατάξεις στις οποίες
αναφέρεται, ενώ μέσω της γενικής αρχής καθιερώνονται και ατομικά δικαιώματα
ασφάλειας. Έτσι φαίνεται το αντικειμενικό στοιχειό που υπάρχει μέσα στο ίδιο το τυπικό
Σύνταγμα να συνυπάρχει με το υποκειμενικό-ατομικο που προκύπτει από αυτό, υπάρχει
δηλαδή μια διπλή συνταγματική κατοχύρωση της ασφάλειας.27 Το ένα στοιχειό ουσιώνεται
και καταξιώνεται μέσω του άλλου σφυρηλατώντας και τα δυο τη δική του ουσιαστική
συμβολή στο χώρο του συνταγματικού δικαίου και της συνταγματικής τάξης συλληβδην.
Νομική ισχύς
Η αρχή της προσωπικής ασφάλειας αναγνωρισμένη χωρίς αμφιβολία έχει κανονιστικό
περιεχόμενο και δεσμευτική ισχύ με τη μορφή του κοινωνικού κεκτημένου. Αποτελεί
ισχύον δίκαιο χωρίς να καθίσταται απαραίτητη η ρητή του διατύπωση στο Σύνταγμα. 28 Στο
πλαίσιο της ευρείας νοηματικής χωρητικότητας των διατάξεων μέσα από τις οποίες
προβάλλει η αρχή αυτή αναπτύσσει πλήρη δεσμευτική δύναμη και εκφράζει επιτακτικό
κανόνα συνταγματικού δικαίου. Η συγκεκριμένη αρχή, ειδικότερα, επειδή δεν είναι ρητά
και προκαθορισμένα αυστηρά διατυπωμένη στο νόμο, παρόλα αυτά, όσο και αν μπορεί να
διαφοροποιείται προσαρμοζόμενη στις κοινωνικοπολιτικές απαιτήσεις και τις μεταβολές
των καιρών, δεν είναι σε καμία περίπτωση επιδεκτική ολικής ανάκλησης η εκ θεμέλιων
ριζικής μεταβολής.
Επιπρόσθετα, το βασικό έρεισμα της αρχής της προσωπικής ασφάλειας αποτελεί το άρθρο
2 παρ.1 Σ, άρθρο το όποιο συμφώνα με το άρθρο 110 παρ1. Σ δεν υπόκειται σε
αναθεώρηση.29 Συνεπώς, η συνταγματική προστασία της αρχής της προσωπικής ασφάλειας
ανήκει στο λεγόμενο «σκληρό πυρήνα» του Συντάγματος, στις διατάξεις που δεν είναι
δυνατό να καθίστανται έρμαια στις επιθυμίες συγκυριακών κυβερνήσεων και βουλών.
26 Μαντζούφας Π., Συνταγματική προστασία των δικαιωμάτων στην κοινωνία της διακινδύνευσης.
Υγεία – Ιδιωτικότητα – Περιβάλλον, 2006 σελ. 75 επ.
27 Δημητρόπουλος Α.Γ, Συνταγματικά δικαιώματα, οπ. παρ. σελ. 430
28 Δημητρόπουλος Α.Γ, Συνταγματικά δικαιώματα, οπ. παρ. σελ. 430
29 Χρυσόγονος Κ.Χ, Συνταγματικό δίκαιο, Εκδοσεις Σάκκουλα Αθήνα – Θεσσαλονίκη, Θεσσαλονίκη ,
2003, σελ. 115 επ.
17
Αποτελεί βάση της συνταγματικής τάξης και της λειτουργιάς της κοινωνίας και του
δημοκρατικού πολιτεύματος και η αναθεώρηση της, η αλλαγή του περιεχομένου της θα
σήμαινε κατάλυση του πολιτεύματος και προσπάθεια άσκησης συντακτικής εξουσίας. 30
Συνεπώς, το Σύνταγμα και οι συνταγματικές αρχές δεν επιτρέπουν αναθεώρηση τη διάταξης
και συνακόλουθη ελάττωση της συνταγματικής προστασίας και της ισχύος της αρχής της
προσωπικής ασφάλειας. Με βάση αυτές τις παρατηρήσεις επαυξάνεται έτι περισσότερο το
κύρος και η συνταγματική ισχύς της αρχής της προσωπικής ασφάλειας.
Σύγκριση με άλλες διατάξεις
Εφόσον η προσωπική ασφάλεια γίνεται δεκτή ως συνταγματική αρχή ζήτημα τίθεται σε
σχέση με τις άλλες διατάξεις. Καταρχάς, βασική παρατήρηση για τη συζήτηση της
συσχέτισης της προσωπικής ασφάλειας με τις άλλες συνταγματικές αρχές, αποτελεί η
διαπίστωση ότι από άποψη δύναμης η προσωπική ασφάλεια δεν υπεραίρει των άλλων
αλλά είναι ισοδύναμη τους. Συνεπώς, η εφαρμογή της αρχής αυτής δε σημαίνει
παραγκωνισμός και υποβάθμιση των άλλων, σε κάθε περίπτωσης χρειάζεται στάθμιση τν
συμφερόντων και συνεφαρμογη των διαφόρων αρχών με αυτή της προσωπικής ασφάλειας
για τη διαφύλαξη του πυρήνα όλων των θεμελιωδών συνταγματικών αρχών.
Η αρχή της προσωπικής ασφάλειας, βεβαία, όπως έχει ήδη ειπωθεί αποτελεί γενική αρχή,
από την όποια απορρέουν ατομικά δικαιώματα ασφάλειας, έτσι ως γενική αρχή ακόλουθη
συγκεκριμένη συμπεριφορά στην εφαρμογή της σε σχέση με τις ειδικότερες διατάξεις. Δίνει
τη γενική κατεύθυνση μιας κρατικής και ατομικής συμπεριφοράς αλλά υποχωρεί μπροστά
σε μια ειδική ρύθμιση που υπολογίζει καλυτέρα τις ιδιαιτερότητες και τα ειδικά στοιχειά
κάθε περιστάσεις κρίνοντας τι είναι το πιο δίκαιο σε κάθε περίπτωση.
Στη συζήτηση για την αναγκαιότητα ρητής συνταγματικής κατοχύρωσης της αρχής της
προσωπικής ασφάλειας, εμπλέκεται και το ζήτημα της ολικής κάλυψης της αρχής από τις
άλλες διατάξεις και το κατά ποσό η ρητή κατοχύρωση θα ήταν περιττή. Η σύγκριση με τις
διατάξεις αυτές, θα διαφωτίσει την αντιδιαστολή και πάντως μη ταύτιση των διατάξεων. Το
δικαίωμα στην προσωπική ασφάλεια υποστηρίζεται ότι τείνει και αφορά στην πρόληψη,
δεν αποτελεί προγραμματική αρχή με την έννοια της μη παρούσας ισχύος του αλλά
επικεντρώνεται στην προστασία από ενδεχομένους μελλοντικούς κινδύνους. Τα αλλά
συνταγματικά δικαιώματα, δρουν περισσότερο κατασταλτικά με στόχο να αντιμετωπίσουν
ένα κίνδυνο που είναι παρών.
Ο κίνδυνος που συντρέχει η επίκειται σε κάθε περίπτωση στρέφεται εναντία στη
συνταγματική τάξη και δε διαφέρει ως προς τη σημασία του για την έννομη τάξη και τη
διάφορα στην αντιμετώπιση του. Νευραλγικό σημείο του θέματος αποτελεί ο χρόνος,
κίνδυνος υπαρκτός και άμεσος που έχει ήδη εκδηλωθεί και απειλεί την έννομη τάξη, είναι
φυσικό να αντιμετωπίζεται διαφορετικά από κίνδυνο, το ίδιο σημαντικό, αλλά επικείμενο
και μελλοντικό. Η ελληνική έννομη τάξη, επί τω παρόντι, έχει θεσπίσει αρχές και θεσμούς
30 Μανιτάκης Α., Ελληνικό Συνταγματικό δίκαιο, Τόμος Ι, Εκδοσεις Σάκκουλα Αθήνα – Θεσσαλονίκη,
Θεσσαλονίκη, 2004, σελ. 284 επ.
18
αμυντικούς με περιεχόμενο που δεν προσιδιάζει ιδιαίτερα στην πρόληψη αλλά
επικεντρώνεται στην καταστολή.31
Συνεπώς, δεν θα αποτελούσε λεκτική και νομική υπερβολή η διαπίστωση της σημασίας
ρητής συνταγματικής κατοχύρωσης του δικαιώματος της προσωπικής ασφάλειας. Όχι μόνο
περιττό δε θα ήταν κάτι τέτοιο, αλλά θα έδινε μια άλλη οπτική στο πλαίσιο των νομικών και
θεσμικών περιπολικών που υφίστανται και παραμονεύουν. Συνεπώς, τα εκάτερα,
μερικότερα δικαιώματα ενισχύουν την ισχύ της προσωπικής ασφάλειας αλλά δεν
καθιστούν την αυτοτέλεια της περιττή.
31 Μαντζούφας Π., Συνταγματική προστασία των δικαιωμάτων στην κοινωνία της διακινδύνευσης.
Υγεία – Ιδιωτικότητα – Περιβάλλον, οπ. παρ. σελ 128 επ.
19
Ερμηνευτική αρχή
Αναντίλεκτα, υπάρχει μια εκλεκτική συγγένεια μεταξύ μιας αντικειμενικής αναγνωρισμένης
συνταγματικά αρχής και της ερμηνευτικής της δύναμης. Η ερμηνευτική αξία της αρχής της
προσωπικής ασφάλειας γίνεται ταυτόχρονα αισθητή τόσο μέσα από τη συνταγματική της
ισχύ και το συνταγματικό κύρος που αυτή της προσδίδει, όσο και συναρτήσει του
χαρακτηρισμού της ως γενικότερη αρχή περικλείουσα ερμηνευτικά κριτήρια και βάσεις. Οι
διατάξεις του Συντάγματος που συνθέτουν την αρχή της προσωπικής ασφάλειας θεσπίζουν
πράγματι, μια γενική ερμηνευτική αρχή που είναι απόλυτα αναγκαία κατά τη διαδικασία
του καθορισμού του περιεχομένου και της εκτάσεως των συνταγματικών και νομοθετικών
περιορισμών των θεμελιωδών δικαιωμάτων.32
Η προσωπική ασφάλεια όπως και η βασικά αρχή της ανθρώπινης άξιας, διέπουν την
ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων που προβλέπουν δικαιώματα και αρχές. Όλες οι
διατάξεις που αναφέρονται στα θεμελιώδη δικαιώματα δεν μπορούν και ειδικά αυθαίρετα
να ερμηνεύονται και να εφαρμόζονται αντίθετα στην ανθρωπινή αξία και την προσωπική
ασφάλεια. 33 Συγκεφαλαιωτικά και όσον αφορά στην αρχή της προσωπικής ασφάλειας ως
ερμηνευτική αρχή αυτή αποτελεί, αναντίρρητα, γενικό ερμηνευτικό κανόνα αναφερόμενο
στη συνολική ελληνική έννομη τάξη.
32 Δημητρόπουλος Α.Γ, Συνταγματικά δικαιώματα οπ. παρ. σελ. 434
33 Ράικος Γ. Α., Συνταγματικό δίκαιο, Θεμελιώδη δικαιώματα, Έκδοση Β’, Εκδοσεις Σάκκουλας Αντ. Ν.,
2002, σελ. 263
20
Συνταγματικό δικαίωμα
Χαρακτήρας δικαιώματος
Η συνταγματική προστασία της προσωπικής ασφάλειας, εκτός από την καθιέρωση της
αρχής της προσωπικής ασφάλειας εκτείνεται και στην αναγνώριση τη προσωπικής
ασφάλειας ως συνταγματικό δικαίωμα. Προκρίνει με αυτόν τον τρόπο και προσδίδει στην
πολυεδρική αυτή έννοια ένα χαρακτήρα υποκειμενικό. Το Σύνταγμα κατοχυρώνει ένα
προσωπικό και πάντως, όχι περιουσιακό, ατομικά καθορισμένο συνταγματικό δικαίωμα
προσωπικής ασφάλειας. Το ατομικό δικαίωμα της προσωπικής ασφάλειας αποτελεί
ταυτόχρονα και θεσμική εγγύηση. Το δικαίωμα αυτό έγκειται στην ελευθερία κάθε ατόμου
να απολαμβάνει τα ωφελήματα της αρχής της προσωπικής ασφάλειας και ταυτόχρονα
επιτρέπει στο κράτος να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες νομικά θεμιτές σε κάθε
περίπτωση για τη διαφύλαξη των δικαιωμάτων και των συμφερόντων του κοινωνικού
συνόλου.
Στο ίδιο πλαίσιο και όπως έχει ήδη αναφερθεί, η αρχή της προσωπικής ασφάλειας εκφράζει
μέσω των συνταγματικών διατάξεων ένα δικαίωμα γενικού περιεχομένου. Το δικαίωμα της
προσωπικής ασφάλειας δρα συζευκτικά και όχι διαζευκτικά με τα ειδικότερου
περιεχομένου, συνταγματικής περιωπής δικαιώματα. Το εύρος του καθορίζεται σε γενικές
γραμμές από αυτά, χωρίς αυτό να σημαίνει, ότι μια πιθανή ρητή κατοχύρωση του στο
Σύνταγμα θα ήταν περιττή ή ακόμα και επικίνδυνη για την έννομη τάξη. Αυτή η άποψη
επικεντρώνεται σε ένα χαρακτήρα απολυτής κάλυψης των δικαιωμάτων και όχι σε μια
σχέση αλληλοσυμπλήρωσης και συνταγματικής νομικής και θεσμικής στερέωσης. Έχει
υποστηριχτεί η άποψη, ότι το δικαίωμα της προσωπικής ασφάλειας παρουσιάζει πολλές
ομοιότητες με τα μητρικά δικαιώματα αφού, το περιεχόμενο του, όπως και αυτό των
μητρικών δικαιωμάτων διαχέεται σε πολλά μερικότερα δικαιώματα που σε καμία
περίπτωση δεν το αντικαθιστούν πλήρως αλλά το σταθεροποιούν λειτουργικά. 3435
Επιπρόσθετος χαρακτηρισμός που θα μπορούσε να αποδοθεί στο δικαίωμα προσωπικής
ασφάλειας αποτελεί αυτός του δικαιώματος υπόστασης. Ειδικότερα, το δικαίωμα της
προσωπικής ασφάλειας έχει ως αντικείμενο αγαθά απαραίτητα για την πνευματική και
σωματική υπόσταση του ατόμου και αφορά την ιδία την υπόσταση του ανθρώπου.
Συγκεκριμένα το χαρακτηριστικό αυτό αναφέρεται στον ίδιο τον ποιοτικό χαρακτηρισμό και
το ουσιαστικό περιεχόμενο του κοινωνικού δικαιώματος. Το περιεχόμενο αυτό δε μειώνει
σε καμία περίπτωση την αξία του ως δικαίωμα με καθορισμένο περιεχόμενο την
προσωπική ασφάλεια. Στον αντίποδα αυξάνει την ένταση του και την αξία του στη
σύγχρονη ελληνική συνταγματική τάξη.36
34 Ράικος Γ. Α., Συνταγματικό δίκαιο, Θεμελιώδη δικαιώματα, οπ. παρ σελ. 25 επ.
35 Δαγτόγλου, Ατομικά δικαιώματα Β’, Εκδοσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα- Κομοτηνή 1991 σελ.1137
(ο οποίος αποδέχεται το δεσμευτικό χαρακτήρα της αρχής)
36 Δημητρόπουλος Α.Γ, Συνταγματικά δικαιώματα, οπ. παρ. σελ. 387
21
Φορείς
Φορείς του δικαιώματος στην προσωπική ασφάλεια, όπως διατυπώνεται και στις οικείες
συνταγματικές διατάξεις, είναι κατά κύριο λόγο τα φυσικά πρόσωπα. Κάθε πρόσωπο,
ανεξάρτητα από τις ατομικές του ιδιότητες και τα χαρακτηριστικά του έχει δικαίωμα να
απολαμβάνει την απολυτή προστασία της σωματικής και πνευματικής του υπόστασης και
ασφάλειας. Η λιτή αυτή προσέγγιση είναι πανθομολογούμενη από όλη την ελληνική και
διεθνή έννομη τάξη, όπως και το γεγονός ότι το δικαίωμα της προσωπικής ασφάλειας έχουν
όχι μόνο αποκλειστικά οι Έλληνες πολίτες αλλά και οι αλλοδαποί. Τα θεμελιώδη
δικαιώματα όπως η προσωπική ασφάλεια είναι οικουμενικά και διεθνώς αναγνωρισμένα.
Επιπρόσθετα, αναντίρρητα όλοι οι άνθρωποι είναι όσοι μεταξύ τους ως προς τα
δικαιώματα τους, συνεπώς, όλοι έχουν δικαίωμα να προστατεύονται με τον ίδιο τρόπο
ανεξάρτητα από τη χωρά που ζουν, το πολίτευμα που έχουν, ανεξάρτητα από τη θρησκεία,
το φύλο, τη γλωσσά τους.
Εκτός από τα φυσικά πρόσωπα, ως φορείς του δικαιώματος της προσωπικής ασφάλειας
μπορούν να αναγνωριστούν υπό κάποιες προϋποθέσεις και κάποια νομικά πρόσωπα.
Συγκριτικά, με τα φυσικά πρόσωπα που έχουν το δικαίωμα ανεπιφύλακτα χωρίς
περιορισμούς τα νομικά πρόσωπα το απολαμβάνουν σε δευτερεύον επίπεδο και όχι
αυτόματα. Τα νομικά πρόσωπα για να έχουν δικαίωμα προστασίας της ασφάλειας τους
πρέπει να κρίνονται αξία προστασίας καθώς και να βρίσκονται σε δυσμενή κατάσταση
απροσπέλαστη με κάποιο κοινό συμβατικό τρόπο.
Όπως υποστηρίζεται, τέλος, σχετικά με τους φορείς του δικαιώματος της προσωπικής
ασφάλειας δεν είναι δυνατή η παραίτηση από το δικαίωμα αυτό, ούτε η εκ των πρότερων
συναίνεση στην καταπάτηση του. Κάτι τέτοιο, θα ήταν αντίθετο στην αναγνώριση της
προσωπικής άξιας του ατόμου και στον καθορισμό του ως ύψιστη αξία και γνώμονας
δράσης και συμπεριφοράς. 37
37 Δημητρόπουλος Α.Γ, Συνταγματικά δικαιώματα, οπ. παρ. σελ. 435
22
Η προσωπική ασφάλεια ως εξουσία
Περιεχόμενο εξουσίας
Το δικαίωμα της προσωπικής ασφάλειας, εκφράζεται ως εξουσία στην έννομη τάξη. Η
εξουσία αυτή εμφανίζεται τόσο με το θετικό και ενεργητικό περιεχόμενο όσο και με το
αρνητικό και παθητικό. Η εξουσία που παρέχει το δικαίωμα προσωπικής ασφάλειας
αναλύεται σε μερικότερες εξουσίες, που καλύπτουν όσο είναι δυνατό, όλο το φάσμα
προστασίας του ανθρώπου από του κινδύνους για την υλική και πνευματική του
ακεραιότητα.
Το θετικό ενεργητικό περιεχόμενο της εξουσίας της ασφάλειας εκφράζεται ως πράξη και
ενεργεία. Το άτομο μπορεί κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις να προβεί σε όλες τις
απαιτούμενες ενέργειες για την διαφύλαξη της προσωπικής του ασφάλειας. Οι ενέργειες
του πηγάζουν από την εξουσία που του δίνει το δικαίωμα στην προσωπική ασφάλεια.
Βεβαία, η εξουσία του αυτή υπόκειται σε κάποιους, προκαθορισμένους κατά βάση,
περιορισμούς. Οι περιορισμοί αυτοί δεν μπορούν παρά να συνδέονται με τα δικαιώματα
των άλλων συνάνθρωπων. Στο ίδιο πλαίσιο, το άτομο έχει και την εξουσία να μη προβεί σε

αυτή στάση του συνθέτει το παθητικό περιεχόμενο εξουσίας προσωπικής ασφάλειας.38
Η εξουσία σε κάθε περίπτωση έχει χαρακτήρα αμυντικό και όχι επιθετικό, αφού ούτος η
άλλως εκφράζει μια προληπτική αρχή. Ως αμυντικό δικαίωμα έχει ως κύριο στόχο την
διατήρηση της υπάρχουσας ειρηνευμένης κατάστασης του εννόμου αγαθού και την
απόκρουση οποιασδήποτε εξωτερικής επίθεσης – επίδρασης που τείνει και προοιωνίζει τη
διατάραξη της κατάστασης ασφάλειας του ατόμου. Το δικαίωμα αυτό του ατόμου, ως
θεμελιώδες για την υπόσταση του στρέφεται κατά παντός πιθανού να το προσβάλλει, ήτοι,
μπορεί να ενεργοποιηθεί τόσο έναντι του κράτους και των μηχανισμών του όσο και εναντία
στου ίδιους τους ιδιώτες. Στρέφεται δηλαδή κατά της επιθετικής εξουσίας από όπου και αν
προέρχεται, δημόσια ή ιδιωτική.

ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ: ΑΝΔΡΕΑΣ Γ. ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ

Το δικαίωμα στην ασφάλεια

Το δικαίωμα στην
ασφάλεια (Προσωπική
ασφάλεια)
Εργασία στο μάθημα: Ατομικά και
Κοινωνικά Δικαιώματα
ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ: ΑΝΔΡΕΑΣ Γ. ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ

Προσωπική ασφάλεια
Ορισμός
Η προσωπική ασφάλεια όπως υποστηρίζεται, αντικατοπτρίζει μια κατάσταση πραγματική,
που είναι παρούσα και ενεργή. Στόχος της αποτελεί, η προστασία του ατόμου, που την
απολαμβάνει, από πιθανούς μελλοντικούς κινδύνους. Δρα προληπτικά εμποδίζοντας τους
κινδύνους αυτούς να επέλθουν και οι οποίοι είναι κατά βάση αποτελέσματα ανθρώπινων
ενεργειών. Συνίσταται στη διατήρηση της ειρηνευμένης παρούσας κατάστασης του ατόμου
και την αποφυγή διατάραξης ή παρενόχλησης της φυσικής σωματικής, ή πνευματικής
υπόστασης του, με κάθε τρόπο από κάθε δυνατό κίνδυνο.1
Η προσωπική ασφάλεια του ατόμου, όπως ήδη ειπώθηκε αποτελεί το προστατευόμενο
αγαθό του δικαιώματος της προσωπικής ασφάλειας. Ο χαρακτήρας της ασφάλειας ως
πραγματική κατάσταση προκύπτει από την έννοια της ασφάλειας μονή της. Η ύπαρξη
ασφάλειας σημαίνει μια κατάσταση ειρήνευσης χωρίς φόβο για κάποιο κίνδυνο, χωρίς
κάποιο άμεσο γεγονός που θα ακολουθητέε χωρίς αντίσταση στη διακινδύνευση του
ατόμου και της υπόστασης του.
Όπως θα αναλυθεί και στο οικείο σημείο, η αρχή της προσωπικής ασφάλειας αποτελεί
προληπτική και όχι κατασταλτική αρχή. Υπάρχει από πριν, δρα και είναι έτοιμη να
ενεργοποιηθεί πλήρως για να μη επέλθει ο μελλοντικός κίνδυνος, αν επέλθει δεν υπάρχει
πλέον ασφάλεια και ποσό μάλλον προσωπική ασφάλεια. Ο κίνδυνος αυτός, λοιπόν, δεν
μπορεί παρά να είναι αβέβαιος και όχι πλήρως γνωστός αφού δεν έχει εκδηλωθεί.
Επιπρόσθετα, ο κίνδυνο αυτός θα πρέπει να είναι τόσο σημαντικός και ζημιογόνος για το
άτομο που να θεωρείται ότι θα πλήξει την ασφάλεια του, την ιδία του την υπόσταση, είτε
υλική, είτε πνευματική. Ο κίνδυνος δεν είναι καν σίγουρο ότι θα επέλθει είναι όμως πιθανό.
Κάτω από αυτό το πρίσμα, της πιθανολόγησης ενός άγνωστου κίνδυνου, συχνά,
διατυπώνεται ο φόβος για το ενδεχόμενο κατάχρησης του δικαιώματος στο όνομα αυτού
του άγνωστου κίνδυνου. Η επιβολή αυστηρών μέτρων και η υπερβολική ασφάλιση που
οδηγεί στην ανελευθερία αποτελούν κάποιες πιθανές μοιραίες πτυχές της κατάχρησης
αυτής. 2 Το ζητούμενο σε κάθε περίπτωση είναι η ύπαρξη ενός ασφαλούς περιβάλλοντος
δράσης και έκφρασης όλων των ανθρώπων, χωρίς όμως να υπάρχουν καταχρήσεις και
1 Ακριβής ορισμός «Προσωπική ασφάλεια είναι η πραγματική κατάσταση, που εμποδίζει τη γένεση
κίνδυνου προερχόμενου από ανθρώπινες ενέργειες και προληπτικά εξασφαλίζει τη διατήρηση της
υπάρχουσας υλικής και πνευματικής υπόστασης του ατόμου από πιθανούς μελλοντικούς κινδύνους.»
στο βιβλίο του Δημητρόπουλου Α.Γ, Συνταγματικά δικαιώματα - Σύστημα συνταγματικού δικαίου
τόμος Γ’, Εκδοσεις Σάκκουλα Αθήνα-Θεσσαλονίκη, Αθήνα 2008, σελ. 436
2 Μάνεσης Α., Το πρόβλημα της ασφάλειας του Κράτους και η ελευθερία, Συνταγματική θεωρία και
πράξη, Θεσσαλονίκη, 1980, σελ. 182 επ. μέσα από την ηλεκτρονική διεύθυνση
http://tosyntagma.ant-sakkoulas.gr/gnomi/item.php?id=192
7
υπερβολές που οδηγούν στην καταστρατήγηση άλλων εξίσου θεμελιωδών και βασικών για
την υπόσταση του ατόμου δικαιωμάτων.
Εξειδίκευση της έννοιας της προσωπικής ασφάλειας αποτελούν περιστάσεις προερχόμενες
από την καθημερινή ζωή. Επί παραδείγματι, το προστατευτικό περιεχόμενο του
δικαιώματος της προσωπικής ασφάλειας παρουσιάζεται χαρακτηριστικά με την παρουσία
των αστυνομικών οργάνων. Πλέον στον τομέα αυτό της δημόσιας ασφάλειας υπάρχει
ιδιαίτερη νομική εγγυητική υποχρέωση για δράση ων οργάνων που είναι θεσπισμένη και
όχι αυθαίρετη ειπωμένη, ένα αναγνωρίζεται σε κάποιες ειδικά προσδιορισμένες
περιπτώσεις και αντίστοιχο δικαίωμα των πολιτών για αστυνομική επέμβαση.
Πάντως η έννοια της προσωπικής ασφάλειας θα μπορούσε να παρουσιαστεί υπό δυο
διαφορετικά πρίσματα. Το πρώτο αφορά την παραδοσιακή έννοια του δικαιώματος που
εκφράζει ένα πιο ειδικό περιεχόμενο σε αντίθεση με τη δεύτερη σύγχρονη και ευρύτερη
προσέγγιση. Η παραδοσιακή θεωρία, προσδίδει στον ορό προσωπική ασφάλεια το
περιεχόμενο της σύλληψης και της προσωρινής κράτησης με τις σχετικές συνταγματικές
εγγυήσεις, περιορισμούς και ειδικές περιπτώσεις. Η θεώρηση αυτή προσανατολίζεται στην
«προσωπική ελευθερία» και εξειδικεύεται σε κάποια περιορισμένα θέματα ασφάλειας.3 Η
σύγχρονη όμως έννοια του όρου, επεκτείνεται περαιτέρω σε ζητήματα που αφορούν εν
γένει τη σωματική και πνευματική υπόσταση του ατόμου, την προστασία του συλλήβδην ως
ολότητα.
Έτσι, φαίνεται να υπάρχουν δυο εννοιολογικές προσεγγίσεις του όρου προσωπική
ασφάλεια που αν σε καμία περίπτωση δεν είναι αντίθετες μεταξύ τους. Το περιεχόμενο της
μιας ουσιώνεται και καταξιώνεται μέσω της άλλης δρώντας συζευκτικά και όχι διαζευκτικά.
Δε θα αποτελούσε λεκτική υπερβολή η διαπίστωση ότι η παραδοσιακή έννοια εκφράζει το
ειδικό μέρος εξειδικεύοντας τη γενική σύγχρονη έννοια. Παράλληλα, ο γενικός ορισμός
είναι αυτός που γίνεται δεκτός συχνότερα, καθώς αυτόν υπονοεί και η χρήση του όρου
«ασφάλεια» στον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Χωρίς όμως
αυτό να σημαίνει κάποια άρνηση η αμφιβολία για την ορθότητα του παραδοσιακού
ορισμού της έννοιας της προσωπικής ασφάλειας.4
3 Δημητρόπουλος Α.Γ, Συνταγματικά δικαιώματα, οπ. παρ., σελ. 439
4 Δαγτόγλου Π. Δ., Ατομικά δικαιώματα Α’, Εκδοσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή, 1991,
σελ. 226 επ.
8
Εννοιολογική τυπική προσέγγιση
Ένα από τα συνταγματικά δικαιώματα αποτελεί η προσωπική ασφάλεια σαν
συγκεκριμενοποίηση της ελευθερίας του ατόμου και μορφή της εν γένει προσωπικής
ελευθερίας. Προσωπική ασφάλεια και σε γενικό τυπικό πλαίσιο, σημαίνει προστασία από
την αυθαίρετη καταδίωξη σύλληψη και φυλάκιση και οποιαδήποτε άλλο περιορισμό της
φυσικής ελευθερίας της φυλάκισης και σε προστασία που αφορά την άσκηση της ποινικής
αγωγής ,την ποινική δίκη και την ποινή.5 Το άτομο ασφαλίζεται από τις επεμβάσεις και
προσβολές των οργάνων της κρατικής εξουσίας και από τους αυθαίρετους περιορισμούς.
Οι μη αυθαίρετοι περιορισμοί δεν ανατρέπουν τη βάση συγκεκριμένου δικαιώματος καθώς
επίσης, απαιτείται να μην δυσκολεύουν υπέρμετρα την άσκησή του.
Η βασική διάταξη που παραδοσιακά υποστηρίζεται ότι κατοχυρώνει το δικαίωμα στην
προσωπική ασφάλεια είναι το άρθρο 6Σ που ορίζει ότι «εξαιρούμενου του έπ’ αυτοφώρω
εγκλήματος, κανένας δε συλλαμβάνεται ούτε φυλακίζεται χωρίς δικαιολογημένο δικαστικό
ένταλμα, το οποίο πρέπει να κοινοποιηθεί κατά τη στιγμή της συλλήψεως ή
προφυλακίσεως». Από αυτή τη διάταξη προκύπτει και το ειδικό, όπως συχνά αναφέρεται,
περιεχόμενο του δικαιώματος που αναγνωριζόταν σχεδόν αποκλειστικά στο παρελθόν.
Πλέον, η σύγχρονη νομική σκέψη, όπως ήδη έχει σημειωθεί, έχει καταλήξει σε ένα
ευρύτερο περιεχόμενο και πλαίσιο περιστάσεων στο όποιο άπτεται το δικαίωμα στην
προσωπική ασφάλεια. 6 Η διαμόρφωση αυτού του πλαισίου ανάγεται σε περισσότερες
διατάξεις τόσο του ελληνικού Συντάγματος, όσο και άλλων διατάξεων κοινών νομών και
διεθνών ρυθμίσεων.
Σε κάθε περίπτωση και τόσο υπό ευρύ όσο και υπό ειδικότερο πρίσμα, το ζήτημα του
δικαιώματος της προσωπικής ασφάλειας αναδεικνύεται σε ζήτημα ύψιστης σημασίας για
την αρμονική συμβίωση των ατόμων μεταξύ τους και βεβαία για τη ορθολογική συνεργασία
και συνύπαρξη του κράτους με τους πολίτες με κοινό στόχο την γενική ευημερία. Το
δικαίωμα στην προσωπική ασφάλεια ως αναντίρρητα θεμελιώδες εμπεριέχει στο
κρηπίδωμα της βασικές έννοιες όπως η δημοκρατία, η ατομική και πολιτική ελευθερία αλλά
και η ισότητα. Εν γένει πηγάζει από την ανάγκη και απαίτηση του ατόμου για σεβασμό των
αναντίλεκτων δικαιωμάτων του και την απαραίτητη επίτευξη μιας σχέσης μεταξύ κρατικού
μηχανισμού και πολιτείας που θα προάγει την ευημερία και τη συνεργασία και όχι τη
τρομοκρατία την αναρχία ή τον απολυταρχισμό. Η ασφάλεια ως κοινωνικό και
συνταγματικό αγαθό ανευρίσκεται στην κορυφή της αξιολογικά ιεραρχημένης πυραμίδας
των προτεραιοτήτων του κράτους και της έννομης τάξης συλλήβδην.
5 Δαγτόγλου Π. Δ., Ατομικά δικαιώματα Α’, οπ. παρ. σελ 230 επ.
6 Δημητρόπουλος Α.Γ, Συνταγματικά δικαιώματα, οπ. παρ., σελ. 425 επ.
9
Τυπική ρύθμιση
Συνταγματική και νομοθετική κατοχύρωση στην Ελλάδα
Σύνταγμα
Ο Όρος του δικαιώματος της προσωπικής ασφάλειας φαίνεται να μην ανευρίσκεται άμεσα
και ξεκάθαρα τόσο στο κείμενο του Συντάγματος αλλά και άλλων νομοθετημάτων.
Επιχειρώντας μια σύντομη και επιλεκτική ιστορική ανάδρομη ο Όρος «ασφάλεια» φαίνεται
να αναφέρεται για πρώτη φορά στο Σύνταγμα της Επιδαύρου του 1822 και στο Σύνταγμα
του Ίστρους 1823. Τα δυο αυτά συνταγματικά κείμενα προϊόντα επαναστατικών
αναβρασμών και δείκτες μιας φανερής ανάγκης των ατόμων να διαφυλάξουν την ελεύθερη
υπόσταση τους , προστατεύουν κατά κύριο λόγο την ιδιοκτησία, την τιμή αλλά και την
ασφάλεια των πολιτών, στους οποίους αναφέρεται.7
Ειδικότερα, στην παρ. ζ’ του Συντάγματος της Επιδαύρου ορίζεται ότι «Η ιδιοκτησία, τιμή
και ασφάλεια εκάστου των Ελλήνων, είναι υπό την προστασία των νομών». Σε παρόμοιο
πλαίσιο, η παρ. ς’ του Συντάγματος του Άστρους ορίζει ότι « η ιδιοκτησία, τιμή και
ασφάλεια εκάστου Έλληνος και παντός ανθρώπου, εντός της Επικρατείας ευρισκομένου
είναι υπό την προστασία των Νόμων».8 Και ενώ, τα πρώιμα αυτά Συντάγματα του ελληνικού
κράτους περιέχουν ρητή αναφορά στο αγαθό της προσωπικής ασφάλειας, τα πιο σύγχρονα
ελληνικά Συντάγματα και κυρίως το ισχύον δεν αναφέρονται ρητά στο δικαίωμα της
προσωπικής ασφάλειας.
Ωστόσο, αναγνωρίζεται εν γένει ότι υπάρχουν διατάξεις στο ισχύον Σύνταγμα που
αναντίρρητα αναφέρονται αν και όχι άμεσα στο δικαίωμα της προσωπικής ασφάλειας με
σκοπό την ενίσχυση του και την προστασία του. Οι διατάξεις αυτές είναι κατόχων το άρθρο
6 Σ, όπως έχει ήδη αναφερθεί. Επιπρόσθετα, το άρθρο 2 παρ. 1 που θέτει το σεβασμό και
την προστασία της άξιας του ανθρώπου ως τη πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας και
έτσι ανάγει την το δικαίωμα στην προσωπική ασφάλεια σε θεμελιώδες δικαίωμα αφού
χωρίς το σεβασμό της ασφάλειας του ατόμου δεν υφίσταται σεβασμός στην ανθρωπινή
αξία του.
Επίσης, το άρθρο 5 Σ και ειδικότερα οι παρ. 1, 2 και 5. Η ελεύθερη ανάπτυξη της
προσωπικότητας του ατόμου, η ανάγκη απολυτής προστασίας των θεμελιωδών συστατικών
του για να θεωρείται άνθρωπος, καθώς και η τελευταία διαμορφωμένη ρητή κατοχύρωση
της προστασίας της υγείας και της γενετικής ταυτότητας του ατόμου, σχετίζονται και
7 N. Aλιβιζάτος, Eισαγωγή στην Eλληνική Συνταγματική Iστορία, Εκδοσεις A. N. Σάκκουλας, Αθήνα-
Kομοτηνή, 1981, σελ. 27 επ.
8 Δημητρόπουλος Α.Γ, Συνταγματικά δικαιώματα, οπ. παρ. σελ. 426
10
δημιουργούν επάλληλα με το δικαίωμα στην προσωπική ασφάλεια. Ειδικά, η πρώτη
παράγραφος, χαρακτηριζόμενη ως αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης
εμπιστοσύνης προκρίνει ένα χαρακτήρα αμοιβαιότητας και αλληλοσεβασμού που
προσιδιάζει άμεσα στο περιεχόμενο του δικαιώματος της προσωπικής ασφάλειας.
Περαιτέρω, ως σχετικό συνταγματικό άρθρο προκύπτει και το άρθρο 25 Σ και συγκεκριμένα
η πρώτη του παράγραφος. Το κράτος οφείλει να εγγυάται της προστασία των θεμελιωδών
δικαιωμάτων των πολιτών, ενεργώντας με γνώμονα την αρμονική συνύπαρξη κράτους και
πολιτών καθώς και πολιτών μεταξύ τους. Αναπόσπαστο κομμάτι αυτής της επιδίωξης της
πολιτείας αποτελεί η προστασία της προσωπικής ασφάλειας του ατόμου. Συνταγματική
αναφορά στο ζήτημα της ασφάλειας υπάρχει, αν και με άλλο ειδικότερο περιεχόμενο, στο
άρθρο 19 παρ. 1 και άρθρο 48 παρ. 1 Σ όπου το Σύνταγμα αναφέρεται στην «εθνική
ασφάλεια» αλλά και στο άρθρο 11 παρ. 2 Σ με αναφορά στη «δημόσια ασφάλεια».
Κοινό δίκαιο
Ξεφεύγοντας από τα πλαίσια του συνταγματικού κειμένου το δικαίωμα της προσωπικής
ασφάλειας προστατεύεται σε κάποιες εκφάνσεις του και από διατάξεις της κοινής
νομοθεσίας, συνήθως όχι και τόσο εμφανείς. Οι διατάξεις αυτές ανευρίσκονται κατά κύριο
λόγο στον αστικό και ποινικό κώδικα.
Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν, ο ν.1977/1991 που αναφέρεται στη προστασία
παθόντων από βίαιο συμβάν και θυμάτων τρομοκρατών μαζί με άλλες διατάξεις. Με τον
ν.1977/1991 απονέμεται σύνταξη στους Έλληνες πολίτες που καθίστανται πλήρως ανίκανοι
από τρομοκρατική πράξη στρεφόμενη κατά προσώπων της παρ.1 του άρθρου 1 του
ν.1897/1990, όπως επίσης και στις οικογένειες των φονευθέντων. Με αυτή τη διάταξη
τίθεται μια επιπλέον προστασία της προσωπικής ασφάλειας συγκεκριμένο ατόμων που
όμως ενισχύει το γενικό περιεχόμενο του δικαιώματος. 9
Σε άλλο πεδίο αλλά με βάση και πάλι την αποτελεσματική αποζημίωση των πολιτών που τη
χρειάζονται, λειτούργει ο ν. 2093/1992. Ο νομός αυτός του Αστικού Κώδικα περιέχει κατά
βάση διαρρυθμίσεις στην έμμεση φορολογία μαζί με άλλες διατάξεις. Συγκεκριμένα σημεία
του νόμου αυτού αλλά και το γενικότερο πνεύμα της τείνουν σε μια προσπάθεια
προστασίας και ελαφρώσεις, ατόμων χωρίς ιδιαίτερη οικονομική άνεση, που βαρύνονται
με επαχθή καμία φορά φορολογία για τα προσωπικά τους οικονομικά δεδομένα. Σε κάθε
περίπτωση ο νομός αυτός ακόλουθη τις αρχές της δημοκρατικής και αναλογικής
μεταχείρισης των πολιτών από το κράτος και στο φορολογικό επίπεδο ενισχύοντας την
αρχή της προσωπικής ασφάλειας.10
Περνώντας στο πεδίο του Ποινικού Κώδικα χαρακτηριστικός νομός με περιεχόμενο που
άπτεται του δικαιώματος στη προσωπική ασφάλεια αποτελεί ο ν. 2928/2001 για τις
εγκληματικές οργανώσεις και άλλες διατάξεις. Ο ακριβής καθορισμός εννοιών όπως το
έγκλημα, ο εγκληματίας, η τρομοκρατία δημιουργούν μια συμπαγή και σταθερή
9 http://www.ika.gr/gr/infopages/memos/EG_95_2008.pdf
10 http://nomothesia.ependyseis.gr/eu-law/getFile/Ν+2093+1992.pd
11
αντιμετώπιση του ζητήματος από την πολιτεία, μια αντιμετώπιση που λειτουργιά
αξιοκρατικά και δικαία προστατεύοντας τα δικαιώματα των πολιτών της χωρίς ταυτόχρονα
να δρα απολυταρχικά και με ανισότητα. 11Ο νομός αυτός θα πρέπει πληροφοριακά να
αναφερθεί ότι τροποποιήθηκε με το ν. 3251/2004 με θέμα το Ευρωπαϊκό ένταλμα
σύλληψης.12 Εδώ θα μπορούσε να αναφερθεί και το άρθρο 187 και 187Α του Ποινικού
Κώδικα που προσδιορίζουν την έννοια της εγκληματικής οργάνωσης και των
τρομοκρατικών πράξεων και μάλιστα όπως τροποποιήθηκε το 2001.13
11 Μανωλεδάκης, Ιωάννης Ε., Ασφάλεια και ελευθερία - Ερμηνεία του ν. 2928/2001 για το
οργανωμένο έγκλημα και σχετικά κείμενα, Εκδοσεις Σάκκουλας Α.Ε, Θεσσαλονίκη 2002, σελ. 40 επ.
12 http://www.law.uoa.gr/crime-research/eyrentalmasyl.pdf
13 http://athens.indymedia.org/local/webcast/uploads/tromonomos.pdf
12
Συνταγματική και νομοθετική διεθνής κατοχύρωση14
Ξένα Συντάγματα
Το δικαίωμα της προσωπικής ασφάλειας ειδικά, με την παραδοσιακή στενότερη έννοια
κατοχυρώνεται συνταγματικά σε πολλά ξένα κράτη. Ειδικότερα, η διακήρυξη της
ανεξαρτησίας των ΗΠΑ του 1776 στο Bill of rights όπως ονομαστήκαν οι δέκα πρώτες
τροποποιήσεις του Αμερικανικού συντάγματος ορίζει στη τέταρτη από αυτές, ότι «το
δικαίωμα της προσωπικής ασφάλειας των πολιτών, το άσυλο της κατοικίας τους, το
απόρρητο των εγγράφων και προσωπικών ειδών τους εναντίον κάθε χωρίς λόγο έρευνας
και κατασχέσεως είναι απαραβίαστα».15
Με τον ίδιο ρητό τρόπο η Γάλλια στη Διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου στο
άρθρο 2 εδ.β’ ορίζει ότι τα θεμελιώδη δικαιώματα που προστατεύονται είναι «…η
ελευθερία, η ιδιοκτησία, η ασφάλεια και η αντίσταση στην τυραννία». Παρόμοια,
κατοχυρώνεται στο ελβετικό Σύνταγμα του 1874 και στα άρθρα 9 και 10 όπου ορίζουν
αντίστοιχα: «…επαγρυπνεί για την εξωτερική ασφάλεια της Ελβετίας…», «…επαγρυπνεί για
την εσωτερική ασφάλεια της Ελβετίας…». Το ισπανικό Σύνταγμα του 1978 ορίζει στα άρθρα
17 και 51 ότι «όλοι έχουν το δικαίωμα της ελευθερίας και της ασφάλειας» και «οι δημοσιές
αρχές… προστατεύοντας με αποτελεσματικά μετρά την ασφάλεια…». Ομοιοτρόπως
αναφέρεται και το ιταλικό Σύνταγμα στο δικαίωμα της προσωπικής ασφάλειας στο άρθρο
13 παρ.3.
Διεθνής κατοχύρωση
Στη σύγχρονη κοινωνία της πληροφορίας και της παραπληροφόρησης, όπου οι τάσεις
παγκοσμιοποιήσεις δρουν πολλές φορές ανασταλτικά και εις βάρος της προαγωγής και
ουσιαστικής αναγνώρισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων η ανάγκη διεθνούς κατοχύρωσης
ενός δικαιώματος όπως αυτό της προσωπικής ασφάλειας φαντάζει αδήριτη. Βασικό
κείμενο διεθνώς, για τα δικαιώματα των ανθρώπων αποτελεί η ΕΣΔΑ16. Ειδικότερα η ΕΣΔΑ
αναφέρεται στην κοινωνική ασφάλεια με το άρθρο 5 παρ.1 όπου ορίζει ότι «Παν πρόσωπον
έχει δικαίωμα εις την ελευθερίαν και την ασφάλειαν». Τη σύμβαση αυτή έχουν υπογράψει
διεθνώς πολλές χώρες μέσα σε αυτές και η Ελλάδα, χωρίς βεβαία αυτό να αρκεί για τη
διεθνή πλήρη αναγνώριση του δικαιώματος.
Ειδικά, αναφορικά με το δικαίωμα της προσωπικής ασφάλειας υπάρχει μια συνθήκη που
προβάλει ως η σπουδαιότερη για την διεθνή κατοχύρωση του. Η συνθήκη του Σενγκεν
14 Δημητρόπουλος Α.Γ, Συνταγματικά δικαιώματα, οπ. παρ. σελ. 427-428
15 «Amendment IV: The right of the people to be secure in their persons, houses, papers, and effects,
against unreasonable searches and seizures, shall not be violated, and no Warrants shall issue, but
upon probable cause, supported by Oath or affirmation, and particularly describing the place to be
searched, and the persons or things to be seized.»,
http://www.archives.gov/exhibits/charters/bill_of_rights_transcript.html
16 http://el.wikipedia.org/wiki/
13
(Schengen) υπεγράφη στις 14 Ιουνίου του 1985 στο Σένγκεν ανάμεσα σε πέντε κράτη μέλη
(Γερμανία, Βέλγιο, Γαλλία, Λουξεμβούργο και Κάτω Χώρες) και είχε ως στόχο την
προοδευτική κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα την εγκατάσταση καθεστώτος
ελεύθερης κυκλοφορίας για όλα τα πρόσωπα, υπηκόους των κρατών που υπέγραψαν τη
συμφωνία καθώς και αστυνομική και δικαστική συνεργασία. H Ιταλία υπέγραψε τις
συμφωνίες το 1990, η Ισπανία και η Πορτογαλία το 1991, η Ελλάδα το 1992, η Αυστρία το
1995 και η Φιλανδία, η Σουηδία και η Δανία το 1996. Η Ιρλανδία και το Ηνωμένο Βασίλειο
συμμετέχουν μόνον εν μέρει στη Συμφωνία Σένγκεν εφόσον έχουν διατηρήσει ακόμη τους
ελέγχους στα σύνορά τους. Η σύμβαση Σένγκεν τέθηκε σε ισχύ το 1995 και ενσωματώθηκε
στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης με όριο την έναρξη ισχύος της συνθήκης του
Άμστερνταμ το Μάιο του 199917. Από τις 21 Δεκεμβρίου 2007 και η Εσθονία, η Τσεχία, η
Λιθουανία, η Ουγγαρία, η Λετονία, η Μάλτα, η Πολωνία, η Σλοβακία και η Σλοβενία
ανήκουν στα χωρικά όρια εφαρμογής της. Έκτοτε, το κεκτημένο Σένγκεν εφαρμόζεται και
αναπτύσσεται περαιτέρω εντός του νομικού και θεσμικού πλαισίου της Ευρωπαϊκής
Ένωσης. Η Ελλάδα προσχώρησε στη συνθήκη αυτή το 1992, όπως ήδη αναφέρθηκε και τη
κύρωσε με το νόμο 2514/1997.18
Στην κοινωνική ασφάλεια αναφέρεται και το άρθρο 9 του Διεθνούς Συμφώνου για τα
οικονομικά Κοινωνικά και Μορφωτικά δικαιώματα. Ο ευρωπαϊκός Κοινωνίες χάρτης που
κυρώθηκε με το ν. 1426/198419 στο Μέρος Ι, 3 ορίζει ότι «Όλοι οι εργαζόμενοι έχουν
δικαίωμα σε ασφάλεια και υγιεινή στην εργασία τους». Η ελληνική έννομη τάξη έχει
κυρώσει επίσης, τη Διεθνή Σύμβαση για την καταστολή τρομοκρατικών βομβιστικών
επιθέσεων, που όπως έχει ήδη αναφερθεί αποτελεί ένα θέμα καίριας σημασίας αναφορικά
με τη προστασία του δικαιώματος της προσωπικής ασφάλειας, με το ν. 3116/200320. Ενώ
υπάρχει και το Προσθετό Πρωτόκολλο για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας στη
Συμφωνία μεταξύ των Κυβερνήσεων των κρατών που μετέχουν στον Οργανισμό
Συνεργασίας Ευξείνου Πόντου για συνεργασία στην καταπολέμηση του εγκλήματος και
ιδιαιτέρα των οργανωμένων μορφών και άλλες διατάξεις. Το Πρωτόκολλα αυτό κυρώθηκε
επίσης από την ελληνική έννομη τάξη με το ν. 3452/200621.
Σημαντικές είναι επίσης και οι διμερείς συμβάσεις που χει συνάψει η Ελλάδα με άλλες
χώρες με στόχο πάντα την προάσπιση του δικαιώματος της προσωπικής ασφάλειας των
ελλήνων πολιτών. Οι διμερείς αυτές συμβάσεις αναφέρονται κατά βάση στην
καταπολέμηση της διεθνούς τρομοκρατίας, του οργανωμένου εγκλήματος και της
παράνομης παράγωγης, κατανάλωσης και διακίνησης ναρκωτικών και ψυχοτρόπων
ουσιών. Τέτοιες έχει συνάψει η Ελλάδα με αρκετές χώρες όπως η Τουρκία, το Πακιστάν, η
Μάλτα, η Αίγυπτος και η Κύπρος.
Εγκιβωτίζοντας τη συζήτηση περισσότερο στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης το πιο
σημαντικό κείμενο το όποιο μπορεί να αναφερθεί αποτελεί ο Χάρτης των Θεμελιωδών
Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο χάρτης αυτός αφορά τις διεθνείς υποχρεώσεις
17 http://el.wikipedia.org/wiki/συμφωνία_σενγκεν
18 http://www.yen.gr/php/download_xitem.php?xitem=28538/pd_fek129_05.pdf
19 http://www.nchr.gr/category.php?category_id=294
20 http://www.dsalib.gr/deltia_nomothesias/dn_05_1-15_03_2003.html
21 http://www.nchr.gr/category.php?category_id=298
14
των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής ένωσης, τη συνθήκη για την ευρωπαϊκή ένωση και τις
κοινοτικές συνθήκες, την ευρωπαϊκή σύμβαση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των
θεμελιωδών ελευθεριών και τη νομολογία των ευρωπαϊκών δικαστηρίων, με σκοπό την
κωδικοποίηση τους σε ένα κείμενο, το οποίο δεσμεύει όλες τις χώρες μέλη της, όσον
αφορά τους πολίτες που καθημερινά κινούνται, εργάζονται και γενικά διαβιούν σε αυτές22.
Ειδικότερα το άρθρο ΙΙ-66 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής
Ένωσης, ορίζει ότι «κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην ελευθερίαν και την ασφάλεια»
αναγνωρίζοντας έτσι ένα γενικό δικαίωμα ασφάλειας. Στη χωρά μας ο Χάρτης κυρώθηκε με
το ν. 1426/198423
Καταληκτικά, σχετικά με τη ελληνική και διεθνή συνταγματική η απλά νομοθετική
κατοχύρωση του δικαιώματος στην προσωπική ασφάλεια μπορεί να εξαρθεί ως
συμπέρασμα η ανάγκη μιας ενιαίας και πάντως σταθερής γραμμής αντιμετώπισης του
ζητήματος. Τόσο στο εσωτερικό κάθε χώρας, όσο και στο σύνολο των χώρων η προσωπική
ασφάλεια ανάγεται σε μείζον θέμα για την προστασία της ατομικότητας του κάθε πολίτη
αλλά και την προαγωγή του γενικού κοινωνικοπολιτικού συμφέροντος. Η διεθνής
συνεργασία κατανόηση και θέληση εξεύρεσης συμβιβαστικών μεθόδων επίλυσης των
διαφόρων προβλημάτων μπορεί να προασπίσει την ασφάλεια των πολιτών σε διεθνές,
ηθικό, αλλά και προσωπικό επίπεδο.
22 Γιαταγάνας Ξενοφών Α, Η ενσωμάτωση του χάρτη θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής
Ένωσης στις συνθήκες, Εκδοσεις Σάκκουλας Α.Ε, 2003, σελ. 59


Πρόστιμα 486.500 ευρώ για τα κλειστά κυκλώματα τηλεόρασης

Πρόστιμα 486.500 ευρώ για τα κλειστά κυκλώματα τηλεόρασης
Πρόστιμα συνολικού ύψους 486.500 για παράβαση του νόμου περί προσωπικών δεδομένων επέβαλε το 2012 η Αρχή προστασίας προσωπικών δεδομένων μετά από προσφυγές πολιτών.
Βάσει των στοιχείων, που δημοσιεύθηκαν στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, το 2012 η Αρχή εξέτασε
681 προσφυγές-καταγγελίες και 989 ερωτήματα πολιτών, ενώ ερεύνησε 540 υποθέσεις γνωστοποιήσεων αρχείων και επεξεργασιών, από τις οποίες οι 335 αφορούσαν την εγκατάσταση και λειτουργία κλειστών κυκλωμάτων τηλεόρασης και οι 205 σε τήρηση αρχείων ή επεξεργασία προσωπικών δεδομένων.
Παράλληλα η Αρχή προστασίας προσωπικών δεδομένων εξέτασε 57 αιτήσεις διαβίβασης δεδομένων σε χώρες εκτός Ε.Ε. και χορήγησε ή ανανέωσε 81 άδειες τήρησης αρχείων ευαίσθητων δεδομένων, διασύνδεσης αρχείων και διαβίβασης δεδομένων σε χώρες εκτός Ε.Ε. Οι καταγγελίες, προσφυγές κ.λπ. στην Αρχή μέσα στο περασμένο έτος ανήλθαν στις 2.533, ενώ εκκρεμούν 2.890 υποθέσεις.
 

Πέμπτη 28 Νοεμβρίου 2013

ΠΡΟΣ "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ"

ΠΡΟΣ «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ»

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ « ΟΜΥΠΑΕ , ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΠΡΟ.ΠΟ ,ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΠΑΙΔΕΙΑΣ & ΘΡΗΣΚΕΥΜΑΤΩΝ , ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ
ΘΕΜΑ «ΜΟΡΙΟΔΟΤΗΣΗ  ΕΙΔΙΚΟΤΗΤΑΣ «ΣΤΕΛΕΧΟΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ  ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ»

             ΘΑ ΗΘΕΛΑ ΝΑ ΣΑΣ ΘΕΣΩ ΕΝΑΝ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟ  ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΙΔΙΚΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΙΕΚ «ΣΤΕΛΕΧΟΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ  ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ» ΠΟΥ ΤΟ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ ΔΙΝΕΙ ΜΟΡΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΘΕΣΜΟ ΤΟΥ ΕΙΔΙΚΟΥ ΦΡΟΥΡΟΥ .
ΑΥΤΗ Η ΕΙΔΙΚΟΤΗΤΑ ΠΡΟΣΘΕΤΗ ΜΟΡΙΑ ΕΙΣΑΓΩΓΗΣ ΣΤΗΝ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ ΑΛΛΑ & ΣΤΟ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΑΚΟΜΑ & ΓΙΑ ΕΝΑ ΕΞΑΜΗΝΟ (ΠΑΛΑΙΟΤΕΡΕΣ ΠΡΟΚΗΡΥΞΕΙΣ) .
ΘΕΩΡΩ ΛΟΓΙΚΟ ΟΤΙ ΤΑ ΜΟΡΙΑ ΘΑ ΗΤΑΝ ΣΩΣΤΟ  ΝΑ ΤΑ ΠΑΙΡΝΕΙ & ΕΝΑΣ ΥΠΟΨΗΦΙΟΣ ΓΙΑ ΤΟ ΛΙΜΕΝΙΚΟ η & ΕΝΑΣ ΥΠΟΨΗΦΙΟΣ ΦΥΛΑΚΑΣ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ η Ο ΚΑΘΕ ΥΠΟΨΗΦΙΟΣ ΦΥΛΑΚΑΣ ΣΕ ΟΠΟΙΑΔΗΠΟΤΕ ΠΡΟΚΗΡΥΞΗ ΟΠΟΙΟΥΔΗΠΟΤΕ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ .
ΑΚΟΜΑ ΘΑ ΗΤΑΝ ΣΩΣΤΟ ΝΑ ΥΠΑΡΧΕΙ & ΠΡΟΒΛΕΨΗ ΜΟΡΙΟΔΟΤΗΣΗΣ  & ΓΙΑ ΟΣΟΥΣ ΕΧΟΥΝ ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΘΕΙ ΜΕ ΤΗΝ ΕΙΔΙΚΟΤΗΤΑ ΑΠΟ ΚΕΚ & ΚΕΜΕΑ
ΠΙΘΑΝΟΝ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΣΩΣΤΟ ΝΑ ΥΠΑΡΧΕΙ ΔΙΑΒΑΘΜΙΣΗ ΣΤΑ ΜΟΡΙΑ ΑΝΑΛΟΓΑ ΜΕ ΤΟΝ ΧΡΟΝΟ ΦΟΙΤΗΣΗΣ η ΟΤΙ ΑΛΛΟ ΚΡΙΝΕΙ ΤΟ ΚΑΘΕ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΣΩΣΤΟ ΟΜΩΣ ΝΑ ΥΠΑΡΞΕΙ ΠΡΟΒΛΕΨΗ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ .

ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΓΙΑ ΤΟ ΧΡΟΝΟ ΣΑΣ & ΑΝΑΜΕΝΟ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΑΣ ΑΝ ΥΠΑΡΞΟΥΝ ΝΕΑ ΣΤΟ ΜΑΙΛ  « seminaria.asfalias@gmail.com»